Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

Jandek — Αδιάπλαστο Σύμπαν #0745-0747 / 1983-84 [3]

Ημερολογιακή καταγραφή έβδομη / 0745

Your Turn To Fall, Primary, 1 of 4

3 Ιουνίου 1983 — σαν να ξύπνησα μέσα σε κάποιον άλλον, λευκό και απολιτικό 

Το Your Turn to Fall δεν ανοίγει πόρτα· ανοίγει διάδρομο. Μακρύ, στενό, κάπως υγρό. Το εξώφυλλο — μια ακόμη λευκή, αινιγματική αποτύπωση ενός σημείου εσωτερικού χώρου — μοιάζει να έχει τραβηχτεί μέσα από όνειρο που δεν ήθελε να το θυμηθεί κανείς. Καμία λεπτομέρεια δεν θέλει να σταθεί ακίνητη. Τα πάντα έχουν λουστεί με αντισηπτικό μελλοντικής αρρώστιας. Το φως λυγίζει, το πρόσωπο αποφεύγει να υπάρξει, μια πολυθρόνα, μια θήκη, και το χρώμα στάζει σαν ξεχασμένο συναίσθημα στο άσπρο γραφείο. Παρόλα αυτά νιώθω αυτή τη φωτογραφία να την έχω ξαναδεί. Και τους ήχους να τους έχω ξανακούσει. Ένα καθόλου πρωτότυπο συναίσθημα πλημμυρίζει τα ηχεία και τις μνήμες μου. Φωνάξτε τους υφιστάμενους, ξεχωρίστε τους κοντόφθαλμους συνανθρώπους από την υπερβολή καθήκοντος. Καταπατήστε όρκους, πρωτόκολλα και παραδόσεις. Εδώ υπάρχει η υπόσχεση για γρήγορη επάνοδο και άμεση πτώση. 

"Liquids Flow To The Sea", αργά κυλά η εισαγωγή σαν θαλάσσιο σύννεφο που δεν αγγίζει το έδαφος· μια ροή που υπόσχεται λύτρωση, αλλά οδηγεί μόνο βαθύτερα μέσα στο αέρινο σώμα. "Elementary Talk" και αμέσως μετά "John Plays Drums" όπου η κιθάρα χαμηλώνει λίγο, σαν να κοιτάζει γύρω της μέσα στο μισοσκόταδο, αφήνοντας τον ρυθμό να θυμίζει ότι κάτι ζωντανό υπάρχει ακόμη. Έτσι κι αλλιώς ο εκπρόσωπος μπορεί και έχει διάφορα πρόσωπα, άρα κι ονόματα. Το "You Don’t Have To Entertain Me" έχει το βάρος του τίτλου του: σκέψη που γίνεται άβυσσος, βήμα που αντί για λύτρωση σε ρίχνει πιο χαμηλά. Και το "If Your Fortune Fails You" — ειρωνικό σαν παραίσθηση — μια ψευδαίσθηση πρασίνου μέσα σε δωμάτιο χωρίς παράθυρα.

Εδώ, η φωνή του Jandek ακούγεται σαν να μιλά μέσα από ύπνο που δεν θέλει να τελειώσει. Δεν εξηγεί, δεν εξομολογείται· επιπλέει. Η κιθάρα ακουμπά πάνω στα λόγια σαν λεπτό στρώμα ομίχλης που προσπαθεί να κρατήσει το σχήμα του κόσμου, πριν αυτό διαλυθεί εντελώς. Μερικές χορδές πάλλονται, όχι τυχαία. Το Your Turn to Fall είναι όνειρο που σε έχει δει πριν το δεις και σε προειδοποιεί "I’ll Come Back". Σε αφήνει να περπατάς μέσα του ξυπόλυτος,χωρίς να ξέρεις αν το πάτωμα είναι χώμα, νερό, ή η σκέψη κάποιου άλλου.

Κι εγώ, ακούγοντας, νιώθω τον εαυτό μου να θολώνει. "Didn’t Have To Cry", όμως με τραβάει μια παλίρροια χωρίς θάλασσα, μία πτώση αργή, σχεδόν τρυφερή. Η θεϊκή κώφωση, η λογοτεχνική, καταγεγραμμένη πάνω στο γραφείο της φωτογραφίας. Έχω απομακρυνθεί, "About Today".

Your Turn To Fall, Secondary, 2 of 4 

Ημερολογιακή καταγραφή όγδοη / 0746

The Rocks Crumble, Primary, 1 of 4

12 Σεπτεμβρίου 1983 — μέσα σ’ ένα στενό ενδιάμεσο σημείο

Το εξώφυλλο του The Rocks Crumble σε υποδέχεται σαν την πολυπόθητη έξοδο από μια κακή παράσταση: ένα λιτό σετ τυμπάνων — αδιέξοδο — πίσω από έναν ξεφτισμένο τοίχο, κουρτίνες σχεδόν κλειστές, το φως εισχωρεί ασθενές, σαν να φοβάται μήπως αποκαλύψει πολύ περισσότερα από ότι επιθυμεί ο δημιουργός. Η εικόνα είναι θολή, σαν πρώτο σημάδι άνοιας και σου ξεφεύγει όταν προσπαθείς να την αγγίξεις. Κι εσύ το ξέρεις, λίγο οι πέτρες, λίγο τα τύμπανα, αυτός ο δίσκος θα είναι αλλιώς.

Η πρώτη νότα είναι το ξυπνητήρι, "Faceless", μπλε της θάλασσας και φωνή χωρίς πρόσωπο — μια ψυχή που παραπονιέται ότι κανείς δεν την ξεχωρίζει μέσα στο πράσινο της πόλης κι ακολουθούν "Birthday", σαν επανάληψη ενός κύκλου που δεν κλείνει· ένα τραγούδι που έχει υπάρξει ξανά, αλλά εδώ έχει βαρύτητα, ηλεκτρική και ψυχή σπασμένη. Αίσιο τέρας. Ο Jandek έχει τα blues μαζί του, στον έκτο δίσκο συγκεντρώνει ότι απέμεινε και τρομάζει τους παρευρισκομένους στο σαλόνι ενός ξύλινου πλοίου που βουλιάζει στα ανοιχτά.

Κι έπειτα έρχονται τρεις φορές τα ευρωπαϊκά του στολίδια και δυο φορές κάποια μηνύματα στο θυρωρό, ένα τσίμπημα θορύβου, μια έκρηξη που δεν ζητά συγχώρεση, μια πλήρης κι άγρια καταστροφή που έγινε γιορτή, τύμπανα πάλι (λιγότερο αθώα, καθόλου ρυθμικά), μια εντολή σε άδεια γλώσσα και μια εκδοχή της επανάληψης που γίνεται ψίθυρος, πιο σκοτεινός, πιο επίμονος — σαν να καλείς κάποιον που δεν πρόκειται ποτέ να απαντήσει, και τώρα δεν αρκούν τα δίλεπτα καλέσματα, χρειάζονται τα πεντάλεπτα χτυπήματα του καιρού.

Το "Breathtaker" κόβει την ανάσα· η κιθάρα φλέγεται, τα τύμπανα χτυπούν σαν μια καρδιά που δεν ξέρει αν θέλει να ζήσει και να φτάσει μέχρι το τέλος, εκεί όπου το "Lonesome Company" κλείνει τον κύκλο: η μοναξιά σαν σύντροφος, όχι σαν τιμωρία. Η φωνή του Jandek εδώ δεν είναι μόνη — είναι πολλαπλή. Τα τύμπανα που ακούς στο βάθος δεν συνοδεύουν· συγκρούονται. Σε αυτό το άλμπουμ, οι πέτρες δεν είναι πια άσβηστες — θρυμματίζονται, πέφτουν, διαλύονται σε σκόνη μπροστά στα πόδια σου καθώς χορεύεις. Χορεύεις; Εδώ μακριά στο σημείο The Rocks Crumble η αυταπάτη φτάνει στο πέρας της μαζί με το έτος 1983 : το σπίτι του παλιού κόσμου καταρρέει, και εσύ στέκεσαι στη μοναδική στιγμή χαλάρωσης του τέλους, ακούς τα συντρίμμια, περιμένεις τι και αν θα ξαναγεννηθεί.

Κι εγώ… εγώ περπατώ μέσα στο χάος, αναζητώντας την επόμενη ανάσα να καταγραφεί στην κασέτα ηχογράφησης, τα βήματα στο ξύλινο πάτωμα ή τους τοίχους που τρίζουν, την επόμενη νότα, κάτι που να με κρατήσει στα πόδια μου όταν οι πέτρες θα πέφτουν καιόμενες κι απέριττες. Μία ώρα παραπάνω ζωής αρκεί, μετά άλλη μία, μέχρι τα έτη να γίνουν περισσότερη ζωή με τον ίδιο τρόπο, "Lonesome Company"/ "Same Road".

The Rocks Crumble, Secondary, 2 of 4 

Ημερολογιακή καταγραφή όγδοη / 0747

Interstellar Discussion, Primary, 1 of 4

25 Μαρτίου 1984 — κεφάλαιο φόνος και προ-αστεία

Το εξώφυλλο του Interstellar Discussion είναι ένας καθρέφτης παλιών αισθημάτων: η φωτογραφία δείχνει ξανά ένα σετ τυμπάνων — ίδια τύμπανα από τον προηγούμενο δίσκο The Rocks Crumble, αλλά με νέο φως, ή αλλιώς με φως — χωρίς το snare. Δίπλα τους, ένα γραφείο γραφής, ακριβώς όπως στο Your Turn to Fall, και μια καρέκλα από νάγκαχαϊν, σαν θρόνος χωρίς βασιλιά. Προλαβαίνεις να επιστρέψεις... 

Ο πρώτος ήχος, "Starless", ανοίγει σαν καπάκι στο κενό του διαστήματος: μια σκέψη που δεν ανήκει ούτε εδώ ούτε εκεί. Το "Hey" είναι ένας άγριος χαιρετισμός προς την κοσμική μοναξιά. Στο "Why Did I Change a Word in the Last Song" ακούω έναν άνθρωπο που αναρωτιέται για τον εαυτό του · έχει αλλάξει, αλλά δεν ξέρει αν αυτός ο “καινούργιος-άλλος” ανήκει στη μελωδία και σε κάθε περίπτωση την άλλαξε τη λέξη; Το "Waltz in Two-Fourths Time" κινείται σαν βαλσάκι ανάμεσα σε πλανήτες: ο ρυθμός ίσως λάθος, ίσως τέλειος — δεν μπορώ να τον καταλάβω, αλλά αισθάνομαι το άπειρο στο ίδιο του το λάθος. Το "Call You the Sun" μοιάζει με προσευχή άθεου πολύτεκνου δολοφόνου ή drug dealer· θέλει να φωνάξει το φως, αλλά το φως είναι далеко, δεν ανταποκρίνεται εύκολα.

Στο "I Ain’t Got None" υπάρχει μια εξομολόγηση: τίποτα δεν είναι δικό του, ούτε οι λέξεις ούτε οι νότες. Η στιγμή "Spirit" έρχεται μετά, σαν ηχώ της ίδιας ψυχής, πνεύμα που ταξιδεύει με αργό ρυθμό ανάμεσα στα αστέρια μέχρι το "Rifle in the Closet" όπου μια απειλή που κοιμάται στο σκοτάδι... ξυπνά· κάτι κρύβεται, κάτι φοβάται να βγει στο φως.

Το "Sung" ακούγεται σχεδόν σαν ψιθύρισμα, μια φωνή τραγουδισμένη με το πάσο του κενού ή τα τελευταία λόγια του προσεχώς νεκρού. Το "Ha Ha" μπορεί και να είναι ειρωνικό — γέλιο που δεν χαίρεται, χαμόγελο που διώχνει τη μοναξιά μόνο για μια στιγμή μέχρι "Customary" που μοιάζει με συνήθεια · μια επανάληψη ύπαρξης, επαναλαμβανόμενη διακοπτόμενη συνουσία, αναπόφευκτη.

Το "May 7, 9:15 A.M." (από πέρυσι) είναι στιγμή· ημερομηνία και ώρα σαν συντεταγμένες στο διάστημα της ύπαρξης, σαν τίμημα για τη μάθηση που ξέχασες στο νηπιαγωγείο, μέχρι το "Situations" όπου νιώθω πως οι καταστάσεις γίνονται καθρέφτες θρυμματισμένοι, κρύβοντας όχι μόνο ό,τι έχει συμβεί, αλλά ό,τι φοβάται να συμβεί. Και στο "Couldn’t Be a Reader" διαβάζω το άχρηστο, τη μοναξιά και τους κούφιους ξύλινους τοίχους που σαν τραπουλόχαρτα κρατάν το μάγο μέσα: δεν μπορεί να διαβάσει τον άλλον, ούτε τον εαυτό του. Τέλος, το "Kick" στα τέσσερα ακριβώς λεπτά του έρχεται σαν εκτόξευση — χτύπημα, απογείωση, πτώση και ολοκλήρωση των ηχητικών χαϊκού. 

Οι ήχοι εδώ είναι πιο σύνθετοι, πιο απλωμένοι, ασυνεπείς πάλι και ανεπίκαιρα προσχεδιασμένοι στο διάστημα της έκπληξης, της πλήξης και του απείρου. Η φωνή του Jandek γίνεται οδηγός σε ένα ταξίδι χωρίς νόμους, χωρίς βαρύτητα. Η κιθάρα και τα τύμπανα δεν συνοδεύουν· δημιουργούν ένα τοπίο που δεν είναι γήινο. Το Interstellar Discussion είναι ένας διάλογος με το άπειρο: ουδέν νεότερο, μονόλογος και απάντηση ταυτόχρονα. Κι εγώ, μέσα σε αυτή τη σιωπή των άστρων, αισθάνομαι πως ίσως υπάρχω — όχι σαν άνθρωπος, αλλά σαν μια σημείωση σε χάρτινο καραβάκι που ταξιδεύει για πάντα. 

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025

Jandek — Αδιάπλαστο Σύμπαν #0742-0744 / 1982 [2]

 Ημερολογιακή καταγραφή τέταρτη / 0742

3 Μαρτίου 1982 — νύχτα χωρίς κατεύθυνση

Το εξώφυλλο του Chair Beside a Window μοιάζει με αναμνηστική φωτογραφία ενός ονείρου που διαλύεται. Δεν είμαι έτοιμος για αυτό, κανένας δεν ήταν. Πρόοδος; Το πρόσωπο — αν είναι πρόσωπο, θα μπορούσε να είναι μια μεγένθυνση ψυχής από το μέλλον — κοιτάζει αλλού, όχι για να αποφύγει, αλλά γιατί δεν υπάρχει πια τίποτα να δει. Κιόλας. Η καρέκλα, το παράθυρο· επανέρχονται σαν φαντάσματα από το πρώτο όραμα. Μόνο που τώρα ο αέρας είναι πιο ψυχρός, σχεδόν μεταλλικός. Αυτή τη φορά τα χτυπήματα είναι τρία, αρκούν οι προηγούμενες προειδοποιήσεις, τρία μέσα στο ίδιο έτος, αλφαβητική κατανομή. Στο οπισθόφυλλο χρησιμοποιείται μια γοτθική γραμματοσειρά, με ή χωρίς αιτία, κατά λάθος ή σκόπιμα — όπως όλα σε αυτό το σύμπαν.

Το "Down in a Mirror" είναι το απόλυτο σημείο τρυφερής σιωπής — ο ήχος της αντανάκλασης χωρίς μορφή. Οι παύσεις έχουν δύναμη. Διέγερση, αδιαφορία, ναυτία — τόσο νωρίς; Είναι μαζί με το Later On μια οδύσσεια σπιτικής μοναξιάς κι ηχογραφήσεων; "European Jewel" ηλεκτρική επαναφορά. Εξομολογείται σχεδόν τραγουδιστά στο "Poor Boy" ότι "You Think You Know How To Score". Ενώ στο "Nancy Sings" απαντάει και φέρνει μια φωνή ξένη, γυναικεία, που μοιάζει με προσευχή μέσα σε εγκαταλειμμένο δωμάτιο. Δεν προηγήθηκαν οδηγίες. Η παρουσία της είναι εύθραυστη, σαν να διαλύεται ενώ την ακούς. Είναι μελωδία, δεν θα ξανασυμβεί; "No Break", η Νάνσυ φωνάζει αλλά και πάλι ο Jandek μένει χωρίς άλλη καταγραμμένη παρέα για χρόνια πολλά. Την χαιρετάει όπως ξέρει "Mostly All From You".

Κάπου προς αυτό το τέλος "Love, Love" ο Jandek ακούγεται εξαντλημένος, σαν κάποιος που έχει ξεχάσει γιατί μιλά, αλλά συνεχίζει από συνήθεια γιατί έχει κερδίσει την ακατανίκητη για τους υπόλοιπους μάχη με τη δημιουργική τεμπελιά. Είναι φθηνό να ονειρεύεσαι κι εσύ το βρίσκεις πανάκριβο και φθονερό. Ραγισμένο το γυαλί που κρατάει μέσα την κοινωνική ψεύτικη αγνότητα. Η εργασία εσωτερικού πεδίου ολοκληρώνεται όπως συνηθίσαμε στο "The First End" με άλλο ένα πισωγύρισμα των ίδιων ηχογραφήσεων, αλλιώς. Τόσο νωρίς.

Αυτός ο δίσκος δεν ζητά να τον καταλάβεις. Πραγματεύεται καταστάσεις που αξίζουν προσοχής. Είναι ένας καθρέφτης χωρίς αντανάκλαση, μια απόπειρα επικοινωνίας με τη σκιά πίσω από τη φωνή. Οι χορδές πάλλονται σαν νεύρα, οι νότες που έχουν το δικό τους τονικό ύψος, πάντα, δεν τελειώνουν ποτέ πραγματικά — απλώς σβήνουν, όπως τα φώτα ενός δωματίου που κανείς δεν μπαίνει πια. Το Chair Beside a Window είναι ο ίδιος ο εσωτερικός χώρος της μοναξιάς, χτισμένος με ήχους που δεν ανήκουν σε κανέναν. Δεν υπάρχει κίνηση εδώ, μόνο παύση· μια παύση που απλώνεται, που γίνεται τόπος. Και εγώ, κάπου μέσα στο λαβύρινθο, περιμένω να μιλήσει το φως. Αλλά το φως έχει μάθει πια να σωπαίνει.


Ημερολογιακή καταγραφή πέμπτη / 0743

28 Αυγούστου 1982 — εκείνο το πρωινό που δεν άλλαξε τίποτα

Το εξώφυλλο του Living in a Moon So Blue στηρίζει μια κιθάρα μόνη, ακουμπισμένη ελάχιστα στο πάτωμα σαν σώμα που ξεχάστηκε μετά τη θύελλα, μπορεί και να αιωρείται όμως. Το φως τη γλείφει λοξά, αφήνοντας πάνω της μια παγωμένη λάμψη. Κουνημένη. Χωρίς φίλτρα. 1982. Δεν υπάρχει πρόσωπο, μόνο το όργανο· μια προέκταση μιας και μόνο ψυχής που αποφάσισε κοινωνικά να σωπάσει και δημιουργικά να γεννάει αδιάκοπα. Η σιωπή γύρω της είναι σχεδόν ορατή, ένα πέπλο λεπτό τελευταίας αναπνοής που όλο και πάει να βγει.

Η "Gretchen" κυλά σαν ομίχλη που αγγίζει το νερό χωρίς ποτέ να ενωθεί μαζί του. Στο “Ha Ha Princess” το γέλιο σπάει στα δύο — γίνεται λυγμός, ένας ήχος που δεν ξέρει αν προέρχεται από στόμα ή από σκέψη. Συνθέσεις κι ερμηνείες "Strange Phenomenon" κάτω των τριών λεπτών επιμένουν σαν παιδικές προσευχές που δεν φτάνουν ποτέ στον ουρανό· επανάληψη, εξορκισμός, σιωπηλό αίτημα για παρουσία. Και "Relief Of The Night" — με το ίδιο το φεγγάρι σ’ έναν ουρανό που δεν ενδιαφέρεται πια· φως που φωτίζει μόνο την απουσία.

Η κιθάρα εδώ δεν υπαγορεύει· απλά υπάρχει και συνοδεύει. Είναι ο ρυθμός της από μέσα μοναξιάς που έχει αποδεχθεί τη μούσα του. Ο ήχος που στάζει, αργά, σαν κερί και καίει τον λιγοστό αέρα γύρω του. Ο Jandek φτιάχνει ηχητικά σκίτσα για να μη ξεχάσει τις σκέψεις του και επιπλέει στη θάλασσα των ίδιων του των εσωτερικών φωνών. Και αυτός ο δίσκος είναι μια επιστολή χωρίς παραλήπτη· μια απολογία για όλα όσα εννοήθηκαν στις σιωπές. Η κιθάρα κοιμάται όρθια στο ασπρόμαυρο εκτός εστίασης εξώφυλλο, κι εγώ ακούω το όνειρό του να τρίζει μέσα στο ξύλο, χωρίς καμιά ελπίδα για λύτρωση "Crime Pays". Το χρώμα δεν ήταν μπλε, ήταν απλά το τελευταίο φως στην άκρη της ψυχής που έβγαινε. 


Ημερολογιακή καταγραφή έκτη / 0744


15 Νοεμβρίου 1982 — βράδυ χωρίς κατεύθυνση, ο αέρας ακίνητος, πάλι

Το πρώτο στοιχείο του σύμπαντος που διαστέλλεται βρίσκεται οπτικά στο εξώφυλλο του Staring at the Cellophane

Η κιθάρα του Living in a Moon So Blue αφημένη και το φάντασμα σκυμμένο, άνδρας, τα μαλλιά ξανθά, το πρόσωπο χαμένο στη σκιά — φανταστικό. Το φως πέφτει πλάγια από πάνω, σαν να ντρέπεται να φωτίσει. Υπάρχει κάτι θολό στην εικόνα, μια αίσθηση πως δεν είναι φωτογραφία αλλά αντανάκλαση· σαν κάποιος να φωτογράφισε τη μνήμη του μέσα σε καθρέφτη. Το βλέμμα του φαντάσματος — αν όντως υπάρχει βλέμμα — μοιάζει να κοιτάει προς τα μέσα, σε μια επιφάνεια διαφανούς απουσίας.

Το "Michael" αρχίζει σαν εξομολόγηση που κόπηκε στη μέση· μια λέξη-όνομα, ένας ήχος που ζητά να μείνει πίσω, όταν το άκουσα πρώτη φορά ήμουν σίγουρος ότι κάτι μου θυμίζει. Οι ολιγόλεπτες πάλι ασκήσεις "Basic Themes" μοιάζουν με σκιώδεις σημειώσεις που περνούν από το ίδιο δωμάτιο· δεν είναι ζήλια, είναι επίγνωση, χτυπά βαθύτερα· το σώμα του ήχου είναι άδειο, η κιθάρα φθείρεται πάνω στη σιωπή του χρήστη. Και το "Number 14" — στο σωστό σημείο, γιατί; — εκεί ο χρόνος σταματά. Μια διαφάνεια ανάμεσα στον εαυτό και την αντανάκλασή του· βλέπεις, αλλά δεν μπορείς να μπεις.

Ο Jandek δεν ψάχνει πια για μουσική· ψάχνει για απόδειξη ύπαρξης. Υπάρχει γιατί επικοινωνεί. Σαρκάζει γιατί έχει σάρκα. Τον φαντάζεσαι κλεισμένο στο πατρικό του, κάποιες φορές μπορεί να λείπει γιατί χρειάζεται να εργαστεί στο εργοστάσιο ή να αποσύρει χρήματα από το κληρονομικό καταπίστευμα. Η ψυχή του πλανιέται σαν άνεμος που δεν έχει προορισμό γιατί μπλέχτηκε στο διπλανό κόλπο του Μεξικού, ξηλώνει τον ρυθμό της πόλης μέχρι να μην απομείνει τίποτα παρά ένα σκίρτημα. Εκεί κι εδώ, τότε και τώρα, κάθε ήχος είναι απόπειρα να κρατηθεί η πραγματικότητα για λίγο ακόμη, πριν λιώσει. Δεν κοιτάζεις τίποτα — αφήνεις το βλέμμα να χαθεί. Εγώ το ξέρω σαν να κοιτάζω το ίδιο διάφανο πέπλο με αυτόν, εκεί όπου τα πράγματα υπάρχουν μόνο αν τα θυμάσαι.

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2025

Jandek — Αδιάπλαστο Σύμπαν #0739-0741 [1]

Ημερολογιακή καταγραφή πρώτη / 0739

22 Οκτωβρίου 1978 — τόπος άγνωστος [Houston, we've had a problem]

Η ποίηση στο εξώφυλλο του Ready for the House με κοιτάζει όπως κοιτάζει ένα σπίτι τον κάτοικό του, αμίλητο και ανεκτικό. Μια καρέκλα δίπλα σε ένα παράθυρο δεν υπόσχεται τίποτα, η φωτογραφία το αντίθετο. Το φως μπαίνει δειλά, σχεδόν μετανοιωμένο. Κάτι στο χρώμα του δωματίου μοιάζει με ανάμνηση που έμεινε μισή. Καμιά υπόσχεση. Κανένας τίτλος δεν θα γίνει στυλιστικά χαρούμενο λογότυπο σε κούπα για τον πρωινό εργασιακό καφέ. Για αποτύπωση σε μπλουζάκια ή πόστερ ούτε σκέψη. Μακριά είναι τα χρόνια του Daniel Johnston και του βατράχου του. Έτσι κι αλλιώς ο Daniel ήταν 17 τον καιρό της κυκλοφορίας αυτής.

Το πρώτο κομμάτι αυτού του παράξενου δίσκου, "Naked in the Afternoon", δεν είναι τραγούδι· είναι ένα βλέμμα που γυρίζει προς τα μέσα. Μία μάταιη ονοματοδοσία. Ένας άνθρωπος, ίσως ο ίδιος που κάθεται στην καρέκλα δεξιά ή απλώνεται στο μισό του καναπέ αριστερά, κοιτάζει τη σιωπή του σαν καθρέφτη. Στη συνέχεια το "First You Think Your Fortune’s Lovely" ακούγεται σαν ψίθυρος που δεν πιστεύει στα λόγια του· ο ήχος της αποδοχής ότι τίποτα δεν αλλάζει. Αόριστη κρίση. Στο “European Jewel” επαναλαμβάνεται ένα κάλεσμα χωρίς απάντηση, μισοτελειωμένο — σαν κάποιος να τηλεφωνεί σε σπίτι αδειανό, ξανά και ξανά, στο τέλος επιτυχημένα. Αυτά τα κομμάτια δεν ηχογραφήθηκαν μαζί με τα επόμενα, γέννησαν τη συνέχεια και θέλει να το αφήσει καθώς προχωράει από την μετα-εφηβική στην ενήλικη μουσική ζωή.

Ο Jandek (εδώ σαν The Units) δεν γράφει τραγούδια· αφήνει στίγματα, μικρές εκρήξεις αυτογνωσίας μέσα σε κουρδισμένα αλλόκοτα χορδές και επικλήσεις "Know Thy Self". Δεν ζητά να τον ακούσεις· ζητά να τον αντέξεις. Τώρα και για καιρό. Γνωρίζει "They Told Me I Was A Fool", αλλά θα μείνει εδώ, θα του πάρει λίγο παραπάνω καιρό για να επιμείνει, όμως μετά θα είναι για πάντα εδώ - εκεί - μαζί σου. Τα σπλάχνα του είναι διαθέσιμα για θυσίες και οιωνούς. Αν κάποιος έβαζε αυτό το δίσκο στο πικάπ τότε, θα μάντευε ότι δεν θα υπάρξει συνέχεια. Μπορεί να το έκαναν πέντε ή δέκα άνθρωποι, εντός του συστήματος των γελοίων ή τυχαίοι έξω από το καθεστωτικό σήμερα του τότε. 

Αυτός ο δίσκος είναι σαν δωμάτιο που δεν έχει πόρτα, μόνο παράθυρα κλειστά. Είναι το σφάλμα που πιστεύεις ότι δεν θα επαναληφθεί. Πιθανότερα έπεσες έξω γιατί το παιδί δεν ήταν και τόσο παιδί όταν έκανε τη ζημιά αυτή. Στον έξω κόσμο κυκλοφορεί ο ήχος του χρήματος, εδώ μέσα ο ήχος της απομόνωσης. Εδώ η δημιουργία μακριά από τις φόρμες και τις ηλικίες. Εδώ η ηχητική δημοκρατία. Η καρέκλα μένει εκεί. Το φως δεν φτάνει ποτέ στο πάτωμα. Και εγώ — "What Can I Say, What Can I Sing" — περιμένω την επόμενη λέξη να γεννηθεί, τώρα. Θα συνηθίσεις τις ανόητες ερωτήσεις, τις ανάποδες απαντήσεις, τις μικρές αναμονές, χωρίς κόστος κι αδιαφορία.

Αργά. Μέσα στα σύρματα που μεταφέρουν ψιθύρους και μένα στο μέλλον τους, τρία χρόνια, τρία δευτερόλεπτα μετά.


Ημερολογιακή καταγραφή δεύτερη / 0740


14 Ιουνίου 1981 — τόπος υγρός, γεμάτος σκιές

Η φωτογραφία προσώπου στο εξώφυλλο του Six and Six μοιάζει με ανάμνηση που ξεθωριάζει μπροστά στα μάτια μου. Ένας ανάποδος αλχημιστής που βρήκε το ελιξήριο του αιώνιου έφηβου. Δεν τηρεί κανένα πρόσχημα. Δεν αποτρέπει το πεπρωμένο. Μια μορφή στα αριστερά, κρυμμένη από συμμαθητές, συνεργάτες και συγκάτοικους, το πιθανότερο ούτε παρούσα ούτε απούσα. Το βλέμμα χαμηλό, σαν να κουβαλάει την αμηχανία του ίδιου του χρόνου, όμως σε καρφώνει. Χωρίς αιτία. Καμμιά ερώτηση. Δεν είναι πορτρέτο — είναι τεκμήριο ύπαρξης. Προδικάζει "I Knew You Would Leave", προτείνει "Forgive Me" και αποφασίζει "You're The Best One". Κανένα σημάδι χρόνου. Η εναρκτήρια φωτοβολίδα αιωνιότητας στο σύμπαν του Jandek και της Corwood Industries.

Το "Feathered Drums" χτυπά σαν καρδιά που απότομα ξεχνά τον ρυθμό της· ένα παράξενο περπάτημα μέσα σε σπιτική ομίχλη που γεμίζει βρωμιές τους τοίχους. Στο "Point Judith" ακούω κύματα που δεν αγγίζουν ποτέ την ακτή· η φωνή χάνεται, ξαναγυρνά, αλλάζει σχήμα, κάνει κύκλους, προχωρά, πάντα προχωρά. Εκεί στο "Carnival Queen" μοιάζει με πάμπτωχο δίλημμα κι όνειρο που προσπαθεί να θυμηθεί τον εαυτό του — ένα χαμόγελο πίσω από κουρτίνα σκόνης — αρετές και κατάμαυροι δίσκοι γραμμοφώνου των αρχών του αιώνα.

Ο Jandek εδώ είναι πιο μακριά, πιο κλειστός. Είναι αυτός που θα συνεχίσει, έτσι " Wild Strawberries". Δεν ψάχνει πια επαφή· ψάχνει ησυχία. Ξέρει ότι θα υπάρξει και δεν θα σταματήσει. Η κιθάρα του γλιστράει σαν νερό σε σκουριασμένο σωλήνα, και κάθε νότα είναι ένα γράμμα που δεν στάλθηκε ποτέ. Αυτός ο δίσκος μυρίζει βροχή πάνω σε ξεφτισμένο ξύλο. Είναι η ηχώ ενός ανθρώπου που δεν θέλει να μιλήσει, αλλά δεν μπορεί να σωπάσει. Θέλει να φωνάξει ενώ νομίζεις ότι θα σιωπήσει. Καλωσορίζουμε το αυτόνομο, το μοναδικό, το αιώνιο σύστημα τιθάσευσης ηχητικών πόθων. Οι δίσκοι κυκλοφορίας 1981 και 1982 γράφτηκαν στις ίδιες κασέτες. 

Ακούω το "Cold Hard World" και καταλαβαίνω — δεν είναι διαμαρτυρία, είναι διαπίστωση. Δεν θα χρειαστεί ποτέ να προχωρήσω ανάξια σε ταξινόμηση ηχητικών πονημάτων, συναισθημάτων ή φωτογραφικών θεμάτων. Είναι αυτό. Είμαι αυτός. Το σπίτι έχει μικρύνει, οι τοίχοι πλησιάζουν, κι όμως η σιωπή χωράει τα πάντα. Στο τέλος, μένει μόνο μια αίσθηση: πως κάποτε ήμουν κι εγώ εκεί, κάπου ανάμεσα σε ήχο και λύπη, σε φωτογραφίες χωρίς εστίαση, σε τόπους δίχως μηχανήματα σκέψεης, μετρώντας έξι και έξι αναπνοές πριν από τη λήθη.Είναι αυτό που είναι. Είναι αυτός που είναι. Είμαι αυτός που είμαι.


Ημερολογιακή καταγραφή τρίτη / 0741


5 Σεπτεμβρίου 1981 — τόπος σχεδόν ανύπαρκτος

Το εξώφυλλο του Later On δείχνει μια σκιά που τρέχει να πιάσει μια φιγούρα. Ο άνθρωπος ή μάλλον η φιγούρα του ανθρώπου, μοιάζει να έχει ξεχάσει γιατί υπάρχει, κι εγώ νιώθω σαν να αρχίζω να καταλαβαίνω. Το φως αδύναμο, τα χρώματα ξεθωριασμένα, ένα παλιό φιλμ που χάνει τη μνήμη του. Από εδώ και πέρα αρχίζω να αμφισβητώ τις ημερομηνίες. Με βοηθάει η τυχαία σειρά των φωτογραφιών. Έγχρωμα, ασπρόμαυρα, πορτρέτα, τοπία, κιθάρα, φυσαρμόνικα, φωνή, φωνές, κρουστά, μπάσο, καμία σειρά, καμία λειτουργία. Όμως η αγχώδης παλίρροια πνίγει τις ανοχές σου εδώ: "Your Condition".

Το Later On δεν είναι τίτλος· είναι προειδοποίηση. Ό,τι ήθελες να πεις, θα το πεις αργότερα, αλλά τότε δεν θα σε ακούει κανείς — "Just Whisper". Απότομα έρχεται η στιγμή που η μοναξιά παίρνει σχήμα· "The Janitor" και καθαρίζει χώρους που κανείς δεν βλέπει, αφήνει την κενή ηχώ της στο πάτωμα, ανάμεσα στα σκουπίδια που έφτυσε το ασπρόμαυρο στόμα. Ένα σύμπαν χτίζεται εκεί μακριά, ενώ το "Ladies of the Corridor" μοιάζει με εμπόδιο από ψίθυρους που περνούν από πόρτα σε πόρτα, χωρίς ποτέ να σταθούν. Ένα κέρασμα από τα εκατοντάδες. 

Η κιθάρα δεν είναι πλέον όργανο· είναι σώμα που αναπνέει. Οι χορδές τραβούν τον άτυπο χρόνο προς τα πίσω και μπλέκονται με τη φωνή, που τώρα μοιάζει περισσότερο με αντήχηση παρά με λέξεις τραγουδιστές. Κάθε νότα κουβαλάει την αίσθηση μιας μέρας που δεν θα ξαναγυρίσει. Πιθανόν να μην είναι καν νότες αυτές, "Your Condition" και η ανάσα - εισπνοή γίνεται ήχος μόνο σε αυτό το μικρό πνευστό στα χέρια του Jandek. 

Ακούω και ξέρω πως η μοναξιά δεν είναι έλλειψη· είναι ασχημάτιστη παρουσία που σε πιάνει από το χέρι και σε οδηγεί σε δρόμους άδειους, αλλά γεμάτους ιστορίες που κανείς δεν πρόλαβε να γράψει. "Oh Jenny" και "Jessica" και μετά "John Came" και λίγο πριν το πρώτο τέλος "Jackson's Gone Down The Mississippi" και μετά "The Second End".

Και εγώ κάθομαι στη γωνία, μετρώ τις σκιές, περιμένοντας, όπως πάντα, να έρθει το later on για μένα.

Κυριακή 20 Ιουλίου 2025

η Σοφία η Παλαιά

Ήταν μια θειά από αυτές που υπάρχουν πάντα και είναι ίδιες. Όλο γκρίνιαζε, για τα παιδιά που έπαιζαν και την ενοχλούσαν, για τα αυτοκίνητα που παρκάραν μπροστά στην οικοδομή της, για τους γείτονες που την ζήλευαν, για το Δήμο της Σκατούπολης που δεν έδωσε το όνομα του μακαρίτη μαλάκα στο δρόμο και για λοιπά ανούσια θέματα. Η θειά παρέμεινε ίδια, έτσι κι αλλιώς είχα πάντα την υποψία ότι ήταν ρομπότ και γι΄ αυτό δεν άλλαζε σουλούπι - εκείνη την εποχή απολάμβανα Ντικ και Ούρσουλα - και ήταν η εποχή που η οικογένειά μου βιαζόταν να χτίσει το σπίτι από δίπλα γιατί θα παντρεόταν η αδελφή μου. Τα συνεργεία κάνανε ότι μπορούσαν, το ίδιο και η θειά. Μια την πολεοδομία για πιθανόν καταπάτηση του αέρα της, μια την αστυνομία για παραβίαση κατά πέντε δευτερόλεπτα της ώρας έναρξης κοινής ησυχίας, μια άλλη φορά το υγειονομικό για έλεγχο της αποχέτευσης και μια τελευταία τον παπά της ενορίας για να ελέγξει την παρθενία της μνηστευόμενης. Όσο αναφορά τις προσπάθειές μου να διδάξω Heavy Metal στη γειτονία... αυτές έληγαν πάντα άδοξα με τον πατέρα μου να με παρακαλάει να χαμηλώσω την ένταση και την μητέρα μου να ξεσκονίζει τα ακουστικά και να μου τα πλασάρει με ύπουλο τρόπο. Τα χρόνια περάσαν και περνούσα από εκείνον τον δρόμο ένα μεσημέρι αργά. Η θειά με σταμάτησε αν και ποτέ δεν της μιλούσα και μου είπε: "Βρε παλικάρι μου βάλε λίγο από εκείνες τις δυνατές μουσικές που έβαζες μικρός. Να καταλάβω κι εγώ ότι ζω ακόμα". Την κάρφωσα με μια πρόχειρη σκουριασμένη σφήνα στο μέρος που πιθανόν να υπήρχε η καρδιά της. Αποφεύγω πια εκείνον τον δρόμο, πάω από τα σοκάκια της κάτω μεριάς.

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2025

Μια πολύ μικρή ιστορία για τρεις τυχαίους ανθρώπους

Είναι Παρασκευή, κάθομαι στη δεύτερη σειρά των πλαστικών καρεκλών που είναι βιδωμένες στο νοσοκομειακό πάτωμα. Δίπλα μου είναι ο πατέρας μου και τριγύρω πολύ λιγότερα άτομα πια, είναι μετά τη μία το μεσημέρι και σίγουρα έχουμε άλλη μιάμιση ώρα αναμονή. Στα γρήγορα κάτι αναφέρεται για το αγροτικό αμάξι και ο μπροστινός, ιδέα δεν είχα ότι υπήρχε μπροστά μας κάποιος άνθρωπος πατάει πάνω σε αυτό κάνει μια μικρή ερώτηση για να μπορέσει να εισέλθει στον πίσω κόσμο κι έπειτα, καμπουριασμένος όπως είναι, απελευθερώνει μέσα σε ελάχιστα λεπτά ένα κομμάτι του κόσμου εκεί - εδώ, έξω από εδώ, αλλά τόσο εδώ.

Είμαι από την Αχαΐα, συνήθως δεν ξέρουν εδώ πάνω τα μέρη της Πελοποννήσου οπότε καλύτερα να ξεκινάω έτσι. Μένουμε στην Πάτρα, εγώ και η γυναίκα μου. Για την ακρίβεια μένουμε τόσο στην Πάτρα όσο και στη Θεσσαλονίκη. Εδώ νοικιάσαμε μια μικρή, επιπλωμένη γκαρσονιέρα στη Σταυρούπολη, κοντά στο παιδί για να τον βοηθήσουμε αφού η γυναίκα του έχει το μικρό τους παιδί. Στο χωριό μου έχω πολλά στρέμματα με αμπέλια και ελαιώνες. Τα πρόσεχα όλη μου τη ζωή και έλεγα να 'ρθει η σύνταξη να τα απολαύσω όλα αυτά που αγαπώ. Σηκωνόμουν ξημερώματα να πάω να ποτίσω τα αμπέλια ή να κλαδέψω τις ελιές που στεκόντουσαν σαν νύφες, γεμάτες με καρπούς να λαμποκοπούν στο πρώτο φως του ήλιου. Έχω τρακτέρ δύο και αγροτικό και όλα τα απαραίτητα μηχανήματα. Σιγά σιγά έφτιαξα το δικό μου στόλο, έκλεβα από το χρόνο της κάθε μέρας μου και τα έφτιαξα όλα. Πέντε χρόνια πριν βγω στη σύνταξη ήρθε ο καρκίνος σε μένα. Πάνε επτά χρόνια και με τη σειρά ήρθε στη γυναίκα μου και πριν τριάντα - σαράντα μέρες στο γιο μου. Μετακομίσαμε αμέσως. Σήμερα είναι η χημειοθεραπεία του παιδιού και αύριο θα φύγουμε στην Πάτρα για τη θεραπεία της γυναίκας μου. Αυτή είναι όλη η οικογένεια μου και οι δυο τους είναι σε τελικό στάδιο, δεν ξεπερνιέται. Τα κτήματα τα έδωσα μισακά σ' έναν αλβανό που είχα μαζί μου. Τι να κάνω; Δεν χρειάζομαι ούτε τα αγροτικά, ούτε τ' αμπέλια, ούτε τις ελιές, ούτε τα σπίτια, ούτε τα ξενύχτια μου για περισσότερα κι άλλα περισσότερα, είμαστε τρεις κι έχουμε κι οι τρεις καρκίνο και θα σβήσουμε πολύ σύντομα. 

Σε λίγο πέρασε ξανά από μπροστά μας σπρώχνοντας ένα καροτσάκι με τον γιο του επάνω, καμία επικοινωνία, ένας άνθρωπος που μόλις είχε βρει δουλειά, σύντροφο, σπίτι κι άρχιζε την οικογένεια και τη ζωή που ήταν προορισμένος να κάνει. Οι γονείς θα ήταν περήφανοι, τώρα ο πατέρας με μάλλινη μπλούζα και ανοιχτόχρωμο λερωμένο παντελόνι, προσπαθεί να κουμαντάρει το μεγάλο σώμα του παιδιού του μαζί με σακούλες γεμάτες εξετάσεις, διαγνώσεις, χαρτιά και πεταμένα λεφτά. Δίπλα η γυναίκα - σύζυγος - μητέρα, σκεβρωμένη, μισή, με κοντό κόκκινο αραιό μαλλί συζητάει για το τρόπο της παρακέντησης και τα λίτρα υγρού που έβγαλαν από κάποιο όργανο του παιδιού της σαν μια απλή καθημερινή συνταγή που εκτελεί με απόλυτη ευκολία. Προχώρησαν οι ίδιοι, οι σκιές τους, το μέλλον τους και βγήκαν στο διάδρομο.

Σηκώθηκα, έβαλα τα ακουστικά, τους προσπέρασα και βγήκα στο θαμπό ήλιο του μεσημεριού. Αναμονή να περάσουν άλλα είκοσι πέντε λεπτά. Έπειτα επιστροφή. Μετά πάλι εδώ. Μετά επιστροφή. Ένα σπίτι στην Πάτρα, ένα σπίτι στο χωριό, ένα σπίτι στη Θεσσαλονίκη, μια αναπηρική καρέκλα με ένα ψηλό παλικάρι που τη σπρώχνει ο γερασμένος πατέρας δίπλα σε μια μαζεμένη μάνα που απλά αντέχει τον εαυτό της και τον κόσμο όλο πάνω της. Είναι όλοι σκυμμένοι, ζαρωμένοι, καμπουριασμένοι και απογοητευμένοι ένα ακόμα μεσημέρι Παρασκευής.

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2025

Ιανουάριος Σωτήριου Έτους - Ρίχτε Τις Μανούλες Στα Λιοντάρια

ένας φίλος μου έστειλε μια φανταστική ιστορία κι είπα να τη μοιραστώ με τους φίλους μου:

ήταν μια φορά μια μανούλα, πολύ μανούλα και παλιότερα πολύ μανούλι (ίσως έβγαζε και φωτογραφίες σέλφι και έστελνε στον αγαπητικό στην υπηρεσία, ίσως πήγαινε και συχνά στην εκκλησία), που ήταν τόσο μανούλα που είχε κάνει πέντε παιδιά πριν τα τριάντα πέντε της, τα αγαπούσε τα παιδιά, γενικά αλλά και ειδικά αφού ως δημόσιος υπάλληλος - λειτουργός έπαιρνε τα τρία τέταρτα ενός έτους πριν και ολόκληρο το έτος μετά από κάθε γέννηση άδεια από τη δημόσια εργασία της - για τη σωστή προετοιμασία και αναμόρφωση των τέκνων που είναι η ελπίδα του έθνους. η μανούλα λοιπόν είχε αναγκαστεί να κακομεταχειρίστει κάποιο ή και κάποια από τα αγγελούδια που της χάρισε ο κύριος με τη βοήθεια ή τις προσταγές του κυρίου συζύγου και επίσης δημόσιου υπαλλήλου - λειτουργού. δεν ήθελε. το δήλωσε αυτό. μετά. αυτό όμως δεν αποθάρρυνε και διόλου δεν κατεύνασε τις ορμές της μανούλας να ξαναμείνει λίγο έγκυος στο έκτο, ίσως γιατί έξι είναι ένας αριθμός πριν το μαγικό αριθμό ή απλά επειδή τελείωνε η προηγούμενη άδεια. το ζευγάρι αυτό, η ελληνική οικογένεια πρότυπο, ευλογημένη πολλάκις (γάμοι, βαφτίσια και λοιπά μυστήρια), είχε ευεργετηθεί και μονίμως υπηρετούσε (τρόπος του λέγειν) στο ναό της δημοκρατίας, ντυμένοι στα χρώματα της πατρίδος, γαλανόλευκοι - άμεμπτοι - ανέγγιχτοι. αυτή η μανούλα λοιπόν με τον άντρακλά της, ένα μικρό ποθητό κομμάτι της κοινωνίας, θα μπορούσε να ζει ανάμεσά μας; αναρωτήθηκε ο φίλος με τη φανταστική του ιστορία κι εγώ του είπα ότι δεν ξέρω, απλά θα την μοιραστώ με τους φίλους μου μήπως και η μανούλα και ο άντρακλας ζουν ανάμεσά τους - καμιά ιδέα; // σύντομα θυμήθηκα ότι άλλη μία τέτοια περίπτωση μου είχε συμβεί με πολλά κοινά σημεία, δημόσιοι υπάλληλοι - τέρατα γονείς, θρήσκοι πολύτεκνοι, άχρηστοι ουσιαστικά και επίσης αναδιατύπωσα την πρόταση που ξεστόμισα και αποδέχτηκα πολλάκις πια, ότι εγώ ζω ανάμεσα τους... είναι πολυψηφία - κυβέρνηση - επικρατούσα τάξη - πολύτεκνοι - πολυμαλάκες κι εγώ απλά ένα πολυ-εργαλείο... // μπάτσοι - παπάδες - γιατροί, μεταμφιέζονται κι υπάρχουν, θα συνεχίσουν να υπάρχουν στην πιο όμορφη χώρα του κόσμου, του δικού τους κόσμου

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2024

κάπου εδώ αποκαλύπτεται ένα μικρό γεγονός

μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα προβατάκι... γεννήθηκε και ζούσε ανάμεσα σε άλλα τετράποδα, δίποδα και χωρίς πόδια ζώα... κατά αντικειμενικά υποκειμενική άποψη ήταν ένα καλό προβατάκι... υπάκουο... καλόβουλο που όλοι το παινεύαν... μερικές φορές, όσο μεγάλωνε, καταλάβαινε το λάθος των πραγμάτων όμως έσκυβε το κεφάλι - τα προβατάκια είναι σκυμμένα έλεγαν, κι έτσι ήταν κι έτσι πήγαινε η ιστορία - και προχωρούσε ρίχνοντας μόνο κλεφτές ματιές λίγο μπρος και λίγο πίσω... το προβατάκι όπως όλα τα προβατάκια του μαντριού έτρωγε, έχεζε και σφαζόταν σύμφωνα με τις επιταγές... μεγάλωσε κι άλλο, βαρέθηκε ίσως, τυχαία σήκωσε το κεφάλι ίσως, άκουσε κάτι ήχους και το προβατάκι αποφάσισε να γίνει ένας λύκος... ήξερε ότι οι λύκοι είναι πιο έξυπνοι απ' ότι λέγανε, ποτέ δεν είδε λύκο πατημένο στο δρόμο, ποτέ δεν είδε λύκο γενικότερα, είχε ακούσει μερικούς πάνω σ' ένα βουνό αλλά... έγινε λύκος το προβατάκι και κανείς ποτέ δεν το ξαναείδε, δεν το άκουσε, δεν του έδωσε κάποια διαταγή να πάει να φάει, να χέσει, να σφαχτεί... δεν του έλειψε τίποτα, δεν έλειψε σε κανέναν και ζήσαν τα προβατάκια καλά κι ο μοναχικός λύκος σαφώς καλύτερα

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2024

Κατάθεση Δελτίων Ονείρων στο Πρακτορείο "Το Καλό Φθινόπωρο"

Πάρτε το Λαϊκό... Διπλό τζακ ποτ! Μοιράζει λεφτά... Πέφτει το ίντερνετ... Πάρτε! Πάρτε το όνειρο σε μια γρήγορη σύνταξη. Πάρτε το εξασφαλισμένο σας μέλλον. Πάρτε ένα κομμάτι χαρτί για να κατέβουν κάτω τα φαρμάκια. Πάρτε γυναίκα και παιδιά και μια τηλεόραση τοίχου στις ενενήντα ίντσες. Πάρτε σπίτι για να μην πληρώνετε ενοίκιο. Πάρτε την ασφάλεια του ότι και να συμβεί να έχετε ένα κεραμίδι πάνω απ' το κεφάλι σας και ένα κρεμμύδι κάτω από το νεροχύτη. Πάρτε ένα σύζυγο καλό για να γίνεται μανούλες. Πάρτε παιδιά, σκυλιά, γατιά και κουζινικά από νέα καρκινογόνα υλικά. Πάρτε το Λαϊκό... Δικαίωμα στο όνειρο είναι αυτό.  

Στείλτε δορυφόρους. Πολλούς δορυφόρους. Να φτιάξουμε κι εμείς δακτύλιους. Σαν αυτούς που βάζουμε στα στομάχια μας. Να στείλουμε και την αύρα μας γεμάτη σκουπίδια στο διάστημα. Να σκοτεινιάσουμε τη γη. Να πάψω να μετρώ τα χρόνια που απομένουν. Έτσι κι αλλιώς η σκόνη μου κρύβει τα όνειρα και οι χρηματιστηριακές Δευτέρες ανεβάζουν την τιμή του καρπουζιού κάθε καλοκαιρινή μέρα που αυξάνει το μέσο όρο θερμοκρασία στο μέρος τούτο.

Ρίξτε χαστούκια και βαρέλια με αργό πετρέλαιο να σκοτώσετε ακόμα πιο γρήγορα ανθρώπους και ψάρια. Μην αφήνετε να σας πατάνε στο πόδι αλλά αφήστε τους πειρατές να σας κλέψουν και να σας βάλουν φωτιά το ασφαλισμένο σας φορτίο. Δεν έχει σωτηρία, ακόμα κι η εκκλησία λείπει σε διακοπές και τώρα ήταν η ευκαιρία να περπατήσουν όλοι οι πεφωτισμένοι ηγέτες στα ασημένια νερά του λιμανιού του Β/Κ_όλου.

Μπείτε στο Δημόσιο. Κάντε σέξτινγκ. Δώστε Τίντερ στο λαό. Να υπηρετήσετε τους πολίτες, τους φίλους, τ' αδέρφια - να έχετε μόνιμο μισθό, να μην κάνετε τίποτα, να ασχημαίνετε. Καλό σας κατευόδιο κι η πόρτα θα μείνει ανοιχτή για τους ομοίους σας. Αγάπη μόνο και χριστοπαναγίες να πάει καλά η καριέρα σας, το δάνειό σας, το σπίτι στην εξοχή, στο χωριό, το πατρικό, το μητρικό το γάλα που δεν βυζάξατε.

Ένας φίλος μου είχε ένα βίντεο, βίντεο μηχάνημα, βίντεο μηχάνημα βρεγμένο και το έδωσε σε ένα φίλο του. Κάποιοι γνωστοί μου καθηγητές κάνανε τα παιδιά τους καθηγητές, κάποιοι άλλοι στρατιωτικοί κάνανε τα παιδιά τους στρατιωτικούς και πάρα πολλοί γνωστοί μαλάκες κάνανε τα παιδιά τους μαλάκες. Το παραμύθι δεν έχει σταματημό, η λήθη το κάνει να φαίνεται καινούργιο, το φως στο μπάνιο συνεχίζει να μένει ανοιχτό ακόμα κι όταν

Σάββατο 10 Αυγούστου 2024

Εντός - Εκτός κι Εναλλάξ τ' Αυτιά

Ζούμε στην καλύτερη χώρα του κόσμου όλου. Οι έρευνες μας φέρνουν πρώτους στις προτιμήσεις των ανθρώπων που νοιάστηκαν να ψηφίσουν. Μερικοί από αυτούς έρχονται και κάνουν πεζοπορίες στα νησιά μας. Μετά χάνουν το δρόμο γιατί δεν έχουν ένστικτο, ή υπερτιμούν τις ικανότητές τους κάτω από τον ήλιο του Ιούνη που είναι κομμάτι του πακέτου παραχώρησης της χώρας για τους θερινούς μήνες. Αυτοί όσο πάει και πληθαίνουν, όπως και τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας. Θερμό αίμα και θερμοπληξία μπλέχτηκαν στις ειδήσεις. Γιατί το άλλο συνθετικό του τρίπτυχου θέλει το αγόρι να είναι βάρβαρο, να τις ρίχνει τις σφαλιαρίτσες του και να τον σέβονται. Όσο αναφορά τη θάλασσα, αυτή ανεβαίνει και έτσι έρχονται όλο και πιο σιμά μας τα απόβλητα του πολιτισμού αυτής της χώρας - της ηπείρου - της οικουμένης ολάκερης, όπως λιπάσματα, αστικά λύματα, κουραδίτσες από τα βαπόρια, μπουκαλάκια από τα μπιτσόμπαρα και γενικά ότι σκατουλίτσα κάτσει κι ότι βγει από τον οχετό του πλαστικού σήμερα. Όλα είναι πανηγυριώτικα πυροτεχνήματα, σε γάμους, σε κότερα, από τους εθνικούς υπαιτίους, σε ολυμπιακά πρωταθλήματα και σε οτιδήποτε άλλο εκτός από πραγματικές ανάγκες. Η χώρα που όλοι θέλουν να επισκεφθούν σκύβει τόσο που να φανεί ότι δεν φορεί βρακί και είναι ανοιχτή κι έτοιμη. Λίγο ιδρωμένη τελευταία, αλλά με ένα ουζάκι παραπάνω δεν θα το καταλάβει κανείς διψασμένος - λυσσασμένος. Μόνο να μένει το καλοκαιράκι όλο και περισσότερο κι ας πονεί η μέση παραπάνω. Και δεν είναι καλό να σχολιάζεις τα αρνητικά. Μη γίνεσαι εχθρός της χώρας σου. Είναι το ίδιο με το να κρατάς μέσα στους τοίχους του σπιτιού σου ότι συμβαίνει. Γιατί να τα μάθουν οι άλλοι; Αφού αγαπιόμαστε, δεν αγαπιόμαστε; Κι είχες περάσει καλά τότε στα 18 με 22, έτσι δεν είναι; Και στα πάρτι σου πήγες, και τρίο έκανες, και μπάφους, και μπάτσους, και ρετσίνες, και κόκες, και Καβουρότρυπες, και Πίτσα χωρίς μέτρο, και Θανάση, και Σωκράτη, και όλα τα προαπαιτούμενα. Ε, τώρα τι θες; Να ξαναράψεις τον παρθενικό υμένα σου; Με βάση βέβαια ότι μπορεί και να ζήσεις 13 χρόνια παραπάνω από τη σημερινή ηλικία που ένας ιδιωτικός υπάλληλος βγαίνει στη σύνταξη, τα 67 δηλαδή, τότε εκείνα τα χρόνια αποτελούσαν το 5% της ζωής σου. Κι έτσι θα συνεχίζεις να ωραιοποιείς τη μετριότητα για το υπόλοιπο πριν και μετά συνολικά 95%. Κουτάκια μέσα σε μικρότερα κουτάκια, κι ούτε καν τενεκεδάκια μπύρας Βεργίνα, γελάκια ανάμεσα από γελοιότητες, κι ούτε καν αστεία που τα θυμάσαι μετά από μια ηλεκτρονική τζούρα, και μια κοινωνία που αρνείται να συζητήσει αν δεν κάνεις άλματα πίσω εσύ. Να αμοίβεσαι με τον κατώτατο των κατώτατων και να πληρώνεις τα ανώτερα των Ευρωπαίων. Στη χώρα που δεν αποδέχεται τη διαφορετικότητα κι αν τολμήσεις να το αναφέρεις σου πετάει στα μούτρα... κι αυτοί στη Γερμανία ή στα Βόρεια καλύτεροι είναι; Και σκας. Γιατί αν ήσουν στο σπίτι θα έσκαγες ένα μπάτσο, έξω ακόμη δεν επιτρέπεται, ή μήπως κι αυτό λάθος; Το βασικό είναι να καταλάβουμε, εδώ που μας συμφέρει - τι; ότι είμαστε κομμάτι του κακού που υπάρχει παντού. Κοινό κακό, κατ' επιλογή και ανοχή όλων. Ο ίδιος ήλιος όμως καίει περισσότερο εδώ, ο ήλιος καίει σαν πούστης δηλαδή, και με τη σειρά του συμμετείχε επιτυχημένα στην παρέλαση στα τέλη του Ιούνη στη Σαλονίκη. Εσύ από την άλλη μπορείς να θυμηθείς γιατί έχεις τόσα πολλά νεύρα; Γιατί πάχυνες, αλλά επειδή θα γίνεις ιερή μανούλα μπορείς να ποζάρεις με την κοιλιά να έχει τεντώσει το τατού σου χειρότερα κι από το βρακί σου, μαζί και ο υπεύθυνος σπερματέγχυσής σου - να κοιτάει σαν χάνος, να φιλάει το εξόγκωμα, να είναι ανίκανος να υπολογίσει τη δόση του δανείου που κοινωνικά θα αναγκαστεί να συνάψει κι έτσι θα οδηγηθεί σε λάθος δόση χαπιών και σε χειροδικίες οσονούπω. Κανείς δεν μπορεί να αλλάξει αυτή την αρχαία ροή του ποταμού Αχέροντα, το είχε προβλέψει κι εκείνος ο γέροντας - Άγιος wanna-be όταν έλεγε το ρητό "Το Μουνί Καράβι Σέρνει" και ίσως εννοούσε την Κιβωτό ή κάποια άλλη γνωστή θαλαμηπόλο. Δεν γρικάς άλλο γρίφους γέροντα... παρόλα αυτά δεν κόβεις και κανά εισιτήριο για τους πιστούς; Κάπως να καλύψουμε τα έξοδα των ποινικολόγων και των συμβολαιογράφων. Όσο και να υπάρχει πλαστικό χρήμα θα χρειαστεί να κατέβει ιπτάμενος δίσκος στη χώρα της πίστης για να φτάσει να ανάβει κερί χρησιμοποιώντας χρεωστική κάρτα. Παπάδες και μπάτσοι, όνειρο κάθε οικογένειας να 'χει κι από έναν για καλό και για κακό. Εμείς σαν γνήσια θηλαστικά, στο υπόλοιπο της ζωής μας μπορούμε να κρυβόμαστε φοβισμένοι πίσω από το δάχτυλο - το μικρό. Να μην θυμόμαστε πως είμασταν χωρίς κλιματιστικά. Κι ας πέρασαν λίγα χρόνια. Να μην παραδεχόμαστε ότι η ευκολία να κάνουμε το σπίτι μας νεκροθάλαμο ισοδυναμεί με το κάνουμε το έξω από το σπίτι μας φούρνο του Άουσβιτς. Κι ας ανακαλούμε την εντεκάδα που πήρε το Euro με αντίστροφη αλφαβητική κατανομή. Να μην καταλαβαίνουμε ότι η λύση δεν είναι περισσότερα φωτοβολταϊκά για περισσότερη κατανάλωση, περισσότερα πλαστικά που οδηγούν σε μέγιστα μικροπλαστικά, περισσότερη ταχύτητα για λιγότερο ελεύθερο χρόνο και τελικά περισσότερη κατανάλωση, άχρηστη κατανάλωση. Όχι, η λύση είναι να δέσουμε την ξαπλώστρα που κοστίζει η τετράωρη χρήση της πενήντα ευρώ και να βουτήξουμε στη θάλασσα. Αφού όμως πρώτα καθαρίσουμε την επιφάνεια από τα λάδια και τα πλαστικά καπάκια του καφέ για να βγει το μπλε της Κουραδίτσας μας φωτεινό και περήφανο στο στόρι μας. 

Όπως επισημαίνεται στην ίδια ανακοίνωση η απαγόρευση επιβάλλεται καθώς «επαπειλείται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια λόγω πιθανής διάπραξης σοβαρών εγκλημάτων, ιδίως κατά της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας, της ιδιοκτησίας και της πολιτειακής εξουσίας» και επειδή «απειλείται σοβαρά η διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής, της κυκλοφορίας οχημάτων και πεζών και της λειτουργίας των υποδομών και κοινωφελών εγκαταστάσεων στις συγκεκριμένες περιοχές».. Διαβάστε περισσότερα εδώ: https://parallaximag.gr/thessaloniki-news/thessaloniki-mploko-tis-el-as-gia-to-europride-poia-mera-apagoreyei-tis-sygkentroseis-diamartyrias

Κυριακή 21 Ιουλίου 2024

Πόντιακ Ζόμπι

Ας περιγράψω μια καθημερινότητα χωρίς τα κοινότυπα ότι ήταν κάποτε ή μια φορά κι άλλες τέτοιες εκφράσεις που υποδηλώνουν αμηχανία για το ξεκίνημα. Η αρχή είναι πάντα ονειρική. Σαν μια σχέση, φιλική ή ερωτική. Σαν ένα δίσκο ή ένα βιβλίο. Μια συναυλία ή ένα καινούργιο αυτοκινούμενο. Ένα τραγούδι ή ένα ποίημα. Καταλάβατε... Οπότε εδώ έχουμε την περίπτωση ενός ποντιακού ατόμου. Το επίθετο δεν θα αποτελούσε κάτι το προβληματικό, άλλοι είναι νησιώτες, άλλες στερελλαδίτες, άλλοι αθηναίζοι και άλλες μικρασιάτισσες. Όμως όταν είσαι κατά συνείδηση πόντιος σαν-άνθρωπος και μάλιστα επιλέγεις να βάλεις στο παιχνίδι και ρίζες από Ρωσία μεριά, τότε δεν γεννιέσαι μπάοκ, έγινες. Κοντό μπάοκ. Και λίγο χαζό μπάοκ. Αλλά γνωστό μπάοκ. Και λίγο ευκατάστατο μπάοκ. Από αυτά τα μπάοκ που δείχνουν αντί να γίνονται.

Αυτό το ποντιακό άτομο σπούδασε σε εκείνα τα παλιά τεί που έγιναν αεί και συνέχισαν να δίνουν βασικές γνώσεις νηπιαγωγείου. Αγόρασε ένα μεταπτυχιακό καθώς και ένα μικρό αμαξάκι που είχε ημερομηνία λήξης όση διάρκεια θα έπαιρνε να βρει σύντροφο. Από εκείνους της μιας ζωής. Που γνωρίζεις τους γονείς και κάθε τρίτου βαθμού συγγενή του. Πας στο σπίτι της προγιαγιάς στο βρομερό χωριό τους και της φιλάς το σταφιδιασμένο ισχνό χέρι, λες και ήταν η γιαγιά η γκόμενα κανενός παΐσιου. Είναι έτσι η σειρά. Τελειώνεις το δημοτικό και έχεις ήδη μπει στο δρόμο για μια ευτυχισμένη ζωή. Τη ζωή. Δηλαδή το γάμο και την τεκνοποίηση. Προαπαιτούμενη είναι η σιωπηλή συναίνεση ότι δεν θα διαμαρτύρεσαι και θα γηροκομήσεις εκείνους τους κατουρημένους κώλους που θα προσκυνάς για μερικές δεκαετίες. Όπως ακριβώς ένα ποδήλατο κατασκευάζεται για να προσφέρει τη χαρά της διαδρομής, έτσι και οι τρύπες στον άνθρωπο, μία πάνω - μία κάτω δεν κάνουν μεγάλη διαφορά, ειδικά τα χρόνια αυτά της ασύρματης ζωής που όμως τόσο ορατή είναι σε όλους τους λοιπούς ποδηλάτες ή απλά ιδιοκτήτες ποδηλάτων. Το ποδήλατο είναι η ζωή. Το έλεγε και ο πάνσοφος λαός. Αυτός ο λαός που έχει καταφέρει την ασχήμια, την κλεψιά, τη βρομιά, τη συκοφαντία και λοιπά σοφά καλά.

Οπότε ήρθε και η στιγμή της εκτέλεσης του γεγονότος που μια ζωή ανέμενε. Αυτή τη ζωή. Σε αυτό το σημείο της ανάβασης στο θρόνο, η θέωση, η ονείρωξη πάνω σε δεκάδες ιερόδουλες ή παπάδες ή χωροφύλακες ή γραβατωμένους πολιτικάντηδες, έρχεται με αισθητικά θεατρικά κόλπα αρχαίας κωμωδίας. Μετά είναι το παιδί. Η ζωή δεν είναι ολοκληρωμένη αν δεν περιέχει το παιδί. Ο λόγος για τον οποίο υπάρχεις, υπάρχω κι όσο υπάρχω θα υπάρχεις γιατί ένα παιδί ή και δύο ή και τρία είναι ο λόγος να υπάρχουμε. Υπάρχουμε για να υπάρχουν αυτά. Όπως το ποδήλατο χωρίς τη σέλα αποτελεί όργανο βασανισμού ή ευδαιμονισμού, αναλόγως τις ορέξεις, έτσι και η ζωή υπάρχει για το παιδί - τα παιδιά. Δηλαδή τις αφορμές να βρισκόμαστε και να μας βλέπουν να χορεύουμε με τα χέρια ψηλά, σαν ζόμπι. Ζόμπι που δεν είναι χορτοφάγα. Η περίπτωση απογόνων του ποντιακού ζόμπι ίσως εξεταστεί σε κατοπινά πονήματα, χρειάζεται χρόνος για να χωνέψεις την αηδία. Κι αυτή μεγαλώνει κι απλώνεται η άτιμη, η αηδία. Αν το ανώτατο μοναδικό είδος που οι ηλίθιοι προσκυνάνε υπήρχε τότε θα ήταν η εξέλιξη στο μυαλό και όχι στο πόσο αρωματικό και με τι σχέδια είναι το χαρτί υγείας, το κωλόχαρτο δηλαδή.

Παρόλα αυτά, το ποντιακό ζόμπι δεν θα αισθανθεί ποτέ την μη τελείωση. Έχει τελειώσει από το ξεκίνημα. Γεννήθηκε ολοκληρωμένο. Ήξερε. Ήταν απόλυτα σωστό σε όλα. Γνώριζε. Έκανε επιλογές με βάση τη σύνταξη. Έκανε και το σταυρό του συχνά σε κοινή θέα. Έχτισε σχέσεις και σπίτια και φιλίες και προλόγους για το τέλος. Προδοσία; Όχι. Ανορεξία; Μπα. Ψυχολογική στήριξη; Πεθερικά. Το ζόμπι το ποντιακό σύντομα θα βρεθεί κοντά σου, σε κάποια κοινωνική μάζωξη που δεν ήθελες να πας, όμως τι θα πουν τα σόγια και καλά δεν περνάς αλλά έλα που είχες μάθει να χορεύεις τότε σε εκείνο το σύλλογο και αφού έκανες τον κόπο, ε... ας πάει και το παλιάμπελο. Ξέρει ο λαός, τόσες παροιμίες και μύθους και ιστορίες έχει βγάλει. Ο λαός που απαρτίζεται από πολλά σοφά πόντια ζόμπι που ενίοτε κυνηγάνε νέα θύματα με τα χέρια να κρέμονται ψηλά. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα σκεπάσει τους υπόλοιπους πέντε - έξι για να μπορούν να ξεφυσάνε από 'κει κάτω.

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2024

outage καλέ

ήταν ένα σπίτι μεγάλο και τρανό πολύ, στην πόλη του έρωτα και των βαλκανίων την πρωτεύοσα, στη θάλασσα την ελληνική, μπροστά η αμμουδιά κι από πίσω η άσφαλτος. εκεί δεν θα έπρεπε να είναι το σπίτι, μάλλον ούτε κι η άσφαλτος... παρόλα αυτά αρκετοί ποδοσφαιριστές, τραγουδιστές, πουτάνες και ινφλουένσερς (sic) ήταν πρόθυμοι να σκάσουν τα λεφτά τα πολλά που δεν κόπιασαν κιόλας να τα μετράνε γιατί είχαν φίλους και φιλενάδες να γλύφουν και να τα μετράνε αυτοί, τα σκάσανε και ποτέ δεν είδαν την ασχήμια τους μπροστά στη θάλασσα, στην πόλη, λίγο μετά την τελευταία άσφαλτο, γιατί ποτέ δεν είδαν. όμως πάντα θα θυμάμαι εκείνη τη φορά που μια κοπέλα είπε ότι ζήλεψε την ινφλουένσερ, την πουτάνα, την όχι-τραγουδίστρια, την-σίγουρα-τα-είχε-ή-τα-πήρε-για-να-το-κάνει-και-με-κάποιον-ποδοσφαιριστή, για το σπίτι που χωρίς κόπο πήρε με θέα τη θάλασσα που πια καλύφτηκε από την κίτρινη σκόνη της άθεης δίκη μας ευχής. έτσι κι αλλιώς όλα χάθηκαν / κάηκαν.

ήταν μια εταιρεία, γερμανική... δηλαδή ποιότητα... πολεμική; καταστροφική; αφανιστική; κανείς δεν ήξερε... κανείς δεν ρώτησε όταν άρχισε να απολύει τους έμπειρους υπαλλήλους της στα ελληνικά αεροδρόμια. πέρασε η περαστική αρρώστια και η γερμανική διαχειρίστρια με/χωρίς διαγωνισμό εταιρεία των ελληνικών αεροδρομίων προνόησε μήνα Μάη να προσλάβει υπαλλήλους γιατί το ελληνικό καλοκαίρι ερχόταν/ήρθε με βήμα ταχύ και έπρεπε να προϋπαντήσουμε τους τουρίστες μετά την περαστική αρρώστια στη γαλάζια εξοχή. και δεν υπήρχαν ή δεν προσπάθησε να βρει και να (ξανά) πάρει τους παλιούς έμπειρους, αφού η κυβέρνηση επιδοτούσε τους νέους κι άπειρους και τις εξάωρες εργασίες με απλήρωτες υπερωρίες τριάντα λεπτών πριν και μετά... και όλα αυτά στα βαρέα και ανθυγιεινά με 381 ευρώ το μήνα και το κόστος μεταφοράς στο αεροδρόμιο... δικό σου μάτια μου! [κι είναι αλήθεια το ποσό, κι εγώ δεν το πίστευα όταν το άκουσα, ζήτησα να μου το πουν και τηλεφωνικά λίγο αργότερα, 381 ευρώ μου είπαν, το μήνα - εξάωρη εργασία, κάθε μέρα και κάθε ώρα κυλιόμενα κι αν θες...] έτσι τα καλοκαίρια πια είναι και πάλι γεμάτα καθυστερήσεις από τους ανθρώπους που γεμίζουν το πουγκί, το ξεχειλίζουν κι άλλοι κοιτάνε με τα μάτια κενά και προσπαθούν να θυμηθούν τι έκαναν στραβά και τους βρίζουν οι πελάτες οι καλοί οι τουρίστες οι γερμανοί και το γαμημένο σύμπαν που πάλι συνωμότησε και πήγαν όλα στράφι. 

ήταν ένα λογισμικό που ήθελε να κάνει μια αναβάθμιση. και δεν του κάθισε. η ακριβή η μάνα του ήταν στη θέση της παναγίας σε κάθε σπίτι, ακόμα και στα σπίτια των απίστων. όμως αυτό δεν βοήθησε. κι έτσι το λογισμικό χάλασε. και κρέμασε πολλά εκατομμύρια ανθρώπων που για να πετάξουν, να πιουν νερό, να δουλέψουν από το σπίτι, να κτηματογραφήσουν το ακίνητό τους στην πρασινό-ροζ-γαλαζό-ψωροκώσταινα και να κερδίσουν τον άρτο τον θεαματικό τους - την ήθελαν διακαώς, τους ήταν απαραίτητη. όλα αυτά στην εποχή (σε κάθε εποχή) τους άγχους για γρηγορότερα - για περισσότερα - για ακόμα πιο γρήγορα - για ακόμα πιο πολλά... για όλα αυτά που δεν χωράνε πουθενά.

και μια είδηση της τελευταίας στιγμής: Αναγκαστική προσγείωση στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος ζήτησε να κάνει αεροσκάφος με 233 επιβάτες. Η πτήση ξεκίνησε από το Λονδίνο για τα Χανιά αλλά παρουσίασε πρόβλημα στα υδραυλικά του και για το λόγο αυτό κρίθηκε απαραίτητη η αναγκαστική προσγείωση στο Ελ. Βενιζέλος.

Κυριακή 30 Ιουνίου 2024

Συμπτώσεις από φρέον...

Σε μια νυσταγμένη γαλλική πόλη όπου ο χρόνος φαινόταν να περιπλανιέται άσκοπα ανάμεσα στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές του εξπρεσιονισμού, εκτυλίχθηκε ένα περίεργο γεγονός που θα άλλαζε για πάντα την κατά τα άλλα κοσμική ιστορία της. Η μόνη πληροφορία που μπορεί να δωθεί είναι ένας τυχαίος ή και άσχετα συμπτωματικός κωδικός, όπως HFC R134a.

Εκείνο το τραγανό καλοκαιρινό Κυριακάτικο μεσημεριανό, καθώς ο ήλιος έλουζε τα πλακόστρωτα δρομάκια με χρυσό φως αγορασμένο από επαρχιακό ενεχυροδανειστήριο, μια μυστηριώδης φιγούρα εμφανίστηκε από το άγνωστο κι ακόμα παραπέρα. Γνωστός μόνο ως θρύλος, φάντασμα μιας ξεχασμένης εποχής, ασημένια σφαίρα από το πουθενά, ήταν σαν άνθρωπος των αντιφάσεων. Το κοστούμι του άστραφτε με χίλια και ένα χρώματα, άλλαζε αποχρώσεις με κάθε βήμα και με κάθε κούνημα των ισχύων του, και το καπέλο του επέπλεε απίθανα πάνω από το κεφάλι του και τα αχτένιστα μυαλά του. Τα μάτια του, μια απίθανη απόχρωση αμέθυστου αλλά και μεθυσμένου από τσίπουρο άνευ γλυκάνισου, άστραφταν με μια αταξία που υποδήλωνε μυστικά πολύ βαθιά γνώση πειραματικής μουσικής για την κατανόηση των θνητών.

Το πρώτο σημάδι της παρουσίας του ήταν μια σειρά από παράξενες συμπτώσεις αλλά και αερίου R417A. Ο αγαπημένος πύργος του ρολογιού της πόλης άρχισε να ηχεί σε τυχαίες ώρες, παίζοντας μελωδίες από ξεχασμένα όνειρα και άλλα όνειρα μέσα στα προηγούμενα όνειρα. Παγάκια έτρεχαν να σωθούν από χάρτινα καλαμάκια και μερικοί πιστοί διάβαζαν το απόδειπνο την ώρα του μεσημεριανού. Τα λουλούδια άνθισαν μέσα στη προκείμενη νύχτα, τα πέταλά τους έλαμπαν με ένα απόκοσμο φως και μερικά ελικόπτερα άρχισαν να κυνηγάνε τους τελευταίους πελεκάνους της περιοχής. Ψίθυροι συνομιλιών που δεν είχαν γίνει ποτέ στριφογύριζαν στις γωνίες και στα σοκάκια, σαν δίσκοι που τελείωσαν και συνέχισαν να γυρνάνε σε μη-αυτόματα πικάπ.

Ένα κάποιο βράδυ, εκείνο που ήρθε μετά το μεσημέρι, κάτω από έναν ουρανό βαμμένο με σουρεαλιστικές αποχρώσεις του βαθύ μαύρου και του σερουλέαν, διαπράχθηκε ένα κάποιο έγκλημα. Το πολύτιμο αγαθό του δημάρχου που εκλέχθηκε παμψηφεί για δεύτερη φορά, μια πυξίδα τσέπης αντίκα που φημολογείται ότι περιέχει ένα κομμάτι αιωνιότητας, αλλά και την κατεύθυνση που χάθηκε η Ατλαντίδα, εξαφανίστηκε χωρίς ίχνος. Η πυξίδα είχε φυλαχτεί σε μια κλειδωμένη γυάλινη θήκη, φρουρούμενη από μια μοίρα μηχανικών πουλιών που τραγουδούσαν τραγούδια αγροτικής επαγρύπνησης. Στην παρέα προστέθηκαν πολλά ψυκτικά αέρια και υγρά και στερεά σε μορφή τετραγώνου αλλά και σταυρού, που βασίζονταν στο φθόριο και θεωρούνταν σύμφωνα με τα παλαιοληθικά τροπάρια ότι συνέβαλλαν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου (GWP) και στην καταστροφή της στιβάδας του όζοντος (ODP).

Ένας αυστηρός επιθεωρητής, άνθρωπος της λογικής και του έννομου παραλόγου, πρώην στατιωτικός και ακόμα πιο πρώην ορθόδοξος χριστιανός, κλήθηκε να ερευνήσει. Τα κοφτερά μάτια του δεν έχασαν τίποτα καθώς άρχισε την αναζήτησή του. Θα προτιμούσε να είχε παρευρεθεί ως κύριος πρωταγωνιστής σε μία μεσημβρινή πετυχημένη πεολειχία, αλλά δεν του έκατσε τότε. Αντί αυτής, βρήκε φύλλα από πρωινή μπουγάτσα εμπλουτισμένα με σοκολατούχο ρόφημα. Βρήκε ραβασάκια από έρωτες που διαπράχθηκαν κάτω από τραπέζια. Βρήκε τετράφυλλα τριφύλια και μια έκδοση επτά δίσκων με φωνές βατράχων από τον Ουζμπεκιστάν. Αλλά η μυστηριώδη φιγούρα δεν ήταν ένας κάποιος συνηθισμένος κλέφτης. Άφησε πίσω μόνο ένα ίχνος ελάχιστων ενδείξεων σουσαμιού που αψηφούσαν τους νόμους της πραγματικότητας. Λίγο μετά από εκείνη τη στιγμή, ένας πίνακας στην κεντρική τράπεζα μεταμορφώθηκε σε χάρτη όταν τον άγγιξε το φως του νέου Ιουλιάτικου φεγγαριού. Μαζί ένα κρυπτικό ποίημα εμφανίστηκε στους τοίχους του γειτονικού αρτοποιείου, σαν σύμπτωση κι αυτό γραμμένο με αλεύρι και ζάχαρη, που εξαφανιζόταν όταν απαγγέλεται δυνατά στη Των αγίων Πάντων. Πάντως κατά σύμπτωση στην πλατεία της πόλης, ένα σιντριβάνι έρεε με μελάνι αντί για νερό, συλλαβίζοντας μηνύματα ορατά μόνο στις αντανακλάσεις.

Τότε, από το πουθενά, ένα ψυγείο ξεχύθηκε σε εκείνη την ειρηνική πλατεία της πόλης. Δεν ήταν μια συνηθισμένη συσκευή. Είχε γίνει μέσω ηλεκτρονικής παραγγελίας μετά το μεσημεριανό ντερλίκωμα. Έλαμπε με μια απόκοσμη, εξωγήινη λάμψη, βούιζε με μια ανησυχητική ενέργεια, πάγωνε τα βλέμματα και έριχνε άηχες πορδές φρέον με σύνομη διαδικασία. Αργά εκείνο το βράδυ, οι κάτοικοι της πόλης ξύπνησαν από τον ήχο ενός βαθύ, μηχανικού γρυλίσματος. Το ψυγείο είχε ζωντανέψει, με την πόρτα του να ανοίγει για να αποκαλύψει μια άβυσσο από αστέρια που στροβιλίζονται και μακρινούς γαλαξίες και λοιπά σούπερ μάρκετ εικοσιτετραώρου λειτουργίας. Ήταν μια εξωγήινη οντότητα, ένα πλάσμα από μια άλλη διάσταση, και άρχισε να σπέρνει τον όλεθρο στην πόλη, μαζί με βιντεοκασέτες που κάποτε είχαν χαθεί μυστηριωδώς και τώρα επέστρεφαν σε δυάδες.

Το ψυγείο κύλησε στους δρόμους, με την κρύα ανάσα του να παγώνει τα πάντα στο πέρασμά του.  Συμπτωματικά, κάθε άτομο που περνούσε στα τριάντα δύο βήματα από τα δεξιά του, ένιωθε μια απίθανη ανατριχίλα, σαν να αφαιρούνταν από το μυαλό τους οι δικές τους αναμνήσεις και να αποθηκεύονταν στα παγωμένα βάθη του. Μεγάλη γκάμα συσκευασιών ανάλογα με τις ανάγκες όλων των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους εμφανίστηκε ξαφνικά σε φιαλίδια, φιάλες 10-12 κιλών, φιάλες 40-54 κιλών, κυλίνδρους 1 τόνου κτλ. Ο επιθεωρητής, αποφασισμένος να λύσει το μυστήριο, ακολούθησε το παγωμένο μονοπάτι του ψυγείου, όταν από μια ακόμα κίτρινη κατουρλί σύμπτωση έπεσε στα πόδια του ένα ηλεκτρονικό τσιγάρο με γεύση HFO R1234yf, εμπλουτισμένο με το φυσικό ψυκτικό φιλικό προς το περιβάλλον, R290.

Σε μια περίεργη ανατροπή, ο ίδιος επιθεωρητής που έμοιαζε τραγικά με τον πρώην διευθυντή ασφαλιστικής εταιρείας διαστημοπλοίων σε Ελληνική επαρχιακή πόλη, έπεσε πάνω στην ίδια μυστηριώδη φιγούρα, η οποία φαινόταν να επικοινωνεί με το ψυγείο των εξωγήινων μέσω κρυπτικών χειρονομιών και άλλων απόκοσμων ήχων (musique concrete & electroacoustic). Τα μάτια της φιγούρας άστραψαν με την ίδια άτακτη λάμψη και ο επιθεωρητής συνειδητοποίησε ότι τα δύο συνδέονταν με τρόπους πέρα ​​από την κατανόηση των κοινών υπαλλήλων ταμείων αλλά και επιθεωρητών πωλήσεων. Άρχισε να μετράει ανάποδα και ανά τέσσερα από το 1320 μέχρι την τετραγωνική ρίζα του 7680. Τότε μόνο ο επιθεωρητής βρέθηκε μέσα σε ένα παιχνίδι εξυπνάδας τόσο με τη αινιγματική φιγούρα όσο και με το εξωγήινο ψυγείο, ένα παιχνίδι όπου τα διακυβεύματα ήταν ο ίδιος ο ιστός του χρόνου και της πραγματικότητας σε ρυθμούς π εις τη ν. Οι μέρες μετατράπηκαν σε νύχτες εν ριπή οφθαλμού, και οι κάτοικοι της πόλης βρέθηκαν παγιδευμένοι σε έναν χορό σκιών και φωτός, με τις ζωές τους να μπλέκονται με όνειρα και ξεχασμένες αναμνήσεις. Ένα μπλε αμάξι πέρασε από τον αγροτικό δρόμο με τα φώτα κλειστά, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε. Η ζωή συνεχίστηκε μέχρι τέλους.

Τότε, σε εκείνο το τέλος, ένα παιδί μεταναστών ήταν που έλυσε τον γρίφο. Με αθώα μάτια που έβλεπαν πέρα ​​από τα συνηθισμένα, ανακάλυψε το μυστικό που ακόμα και τώρα κρύβεται μέσα στην αρχαία υπόγεια βιβλιοθήκη της πόλης. Ένα παλιό, σκονισμένο βιβλίο ψιθύριζε μυστικά του χρόνου και του χώρου, με τις σελίδες του γεμάτες σύμβολα που χόρευαν και μετακινούνταν σαν ζωντανά πλάσματα στα μάτια των παιδιών που είναι ακόμα παδιά. Φυσικά οι κάτοικοι λιθοβόλησαν μέχρι θανάτου το παιδί μεταναστών ενώ αντίθετα γυάλιζαν το εξωγήινο ψυγείο με αγιασμό και σπέρμα αγίων μέχρι να εκείνο να διαμαρτυρηθεί εντόνως. Ικανοποίησαν έτσι εμπράκτως την επιθυμία τους να γυρίσουν σελίδα σε επτά χρόνια περιφρονητικής και διαβρωτικής εξουσίας περάσματος του παιδιού μεταναστών από τη βρεφική στην επικίνδυνη νεανική ηλικία.

Καθοδηγούμενος από τη διορατικότητα του νεκρού παιδιού, ο επιθεωρητής αντιμετώπισε τη αινιγματική φιγούρα και το ψυγείο εξωγήινων στην καρδιά της πλατείας της πόλης, κάτω από έναν ουρανό που έλαμπε από αστέρια και ιστορίες, αλλά και διαμέσου νεφών βρισιών, εξάψαλμων και μαντινάδων των ντόπιων. Εκεί αποφασίστηκε η βιαστική ανακωχή, η σύναψη δανείου με δυσμενείς όρους για όλες τις πλευρές και η κοινή προσευχή ώστε και έτσι έκαναν μια πρόχειρα βιασμένη συμφωνία. Η πυξίδα επιστράφηκε μέσω μια μαύρης τρύπας ως ρολόι τσέπης, το κομμάτι της αιωνιότητάς της ανακηρύχθηκε ανέπαφα παρθένο, και η μυστηριώδης φιγούρα παρέα με το ψυγείο εξωγήινων εξαφανίστηκαν στην ομίχλη για άλλη μια φορά ξανά, αφήνοντας πίσω μια πόλη που άλλαξε για πάντα από την παρουσία τους. Ή και καθόλου.

Η ζωή στην πόλη (δυστυχώς) επέστρεψε στον νυσταγμένο ρυθμό της, αλλά η ανάμνηση της αινιγματικής φιγούρας και του εξωγήινου ψυγείου παρέμεινε για άλλα επτά λεπτά. Ο επιθεωρητής άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια των ερευνών του στους τοίχους με στένσιλ. Κυρίως στον τοίχο μιας μονοκατοικίας όπου αχειροποίητα χαράχθηκε με την εντολή του το ρητό του γέροντα Παφνούτιου: "Το Μουνί Καράβι Σέρνει" και κατόπιν υπέγραψε με έναν σταυρό διανθισμένο με λουλουδάκια κόκκινα και πέταλα κίτρινα. Οι κωδωνοκρουσίες του πύργου του ρολογιού έφεραν μια νότα μαγείας, τα ραδίκια εξακολουθούσαν να λάμπουν ανάποδα και αχνά τη νύχτα, και οι κάτοικοι της πόλης, τώρα πιο σοφοί στα μυστήρια του κόσμου, ζούσαν με ένα νέο θαύμα στην καρδιά τους. Αναρωτιόντουσαν τι κατηγορίας καταναλώσης να ήταν εκείνο το ψυγείο εξωγήινων καθώς και αν το καλώδιο παροχής ήταν πάνω από ένα μέτρο και είκοσι δύο εκατοστά. Στις ήσυχες στιγμές του μέλλοντος, όταν ο αέρας ψιθύριζε στους δρόμους ιστορίες βγαλμένες από χαζά μυαλά, σχεδόν όλοι τους με τη βοήθεια του γέροντα, άκουγαν το γέλιο της αινιγματικής φιγούρας και το μακρινό βουητό του ψυγείου εξωγήινων, να αντηχούν στο χρόνο. Συμπτωματικά κάθε μεσημέρι στις τρεις και δεκαέξι μια παραγγελία ολοκληρωνόνταν και ένα ποτήρι παγωμένης ρακί έπεφτε στο πάτωμα και δεν χυνόταν στάλα.

Η παραγγελία της Κυριακής 30 Ιουνίου θα εκτελεστεί την επομένη, δηλαδή Δευτέρα 1 Ιουλίου. Καλοτάξιδο το ψυγείο. Συμπτωματικά το ψυγείο δεν είναι καράβι άρα δεν σέρνει... παρόλα αυτά στις οδηγίες αλλά και στον εσπερινό σήμερα πρέπει να μνημονευτεί ότι: «στη γραφική γαλλική πόλη, το ψυγείο των εξωγήινων, που λάμπει από τον κοσμικό παγετό, δήλωσε: "Συμπτωματικά, κάθε φορά που βουίζω, οι κάλτσες κάποιου εξαφανίζονται!" αναγκάζοντας τον σαστισμένο επιθεωρητή και την κοντή κρυφή βοηθό του, να αμφισβητήσουν όχι μόνο τη φύση της πραγματικότητας αλλά και την ξαφνική έλλειψη ζεστών ποδιών».

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2024

το "τς"

στο τόπο με το τίποτα κανείς δεν χάνει, ούτε αυτός ούτε αυτή ούτε τα μυστήρια, πρέπει να καθιερωθεί, καλύτερα να κάνουν μυστήρια αντί για παιδιά, καλύτερα να συνεχίζουν να πετάνε τα τσιγάρα απ' τα μπαλκόνια αντί να επιλέγουν τετράποδα ζώα συντροφιές - υπάρχουν κι οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες με δυο λιγότερα, κι έτσι βρέθηκα να ζητώ και να πληρώνω τις απαραίτητες υπηρεσίες χασάπικου ενός βαθμολογούμενου με 4,9 αστεράκια στην πόλη που βράζει στο ζουμί της λόγω τοπικής ανοησίας, κι εγώ ως μέτοχος στην απέραντη έκταση της σύγχρονης πόλης, όπου οι τσιμεντένιοι άναρχοι πύργοι διαπερνούν τον ουρανό και οι δρόμοι τρυπιούνται και πάλλονται με αδιάκοπη δραστηριότητα, τα σκυλιά ξεχνιούνται, ονομάζονται κατοικίδια, μετά ζώα συντροφιάς από αυτά που δεν ψηφίζουν όμως κάθε τετραετία, μετά ψυχούλες και η ύπαρξή τους περιορίζεται σε απλό θόρυβο μέσα στην κακοφωνία της ανθρώπινης ελεεινής προόδου, αυτά τα πλάσματα, κάποτε σεβαστά ως πιστοί σύντροφοι σε διανθισμένες ιστορίες παλαιότερων, τώρα περιφέρονται στις τσιμεντένιες ζούγκλες, τα πνεύματά τους σπασμένα από την ανυποχώρητη πορεία της αστικοποίησης - του κέρδους - της κακίας, τα μάτια τους σχεδόν κενά, είναι σκιές που γλιστρούν ανάμεσα στα βρομισμένα σοκάκια με τα αυτοκίνητα να τα κυνηγούν, ψάχνουν για σκουπίδια ανάμεσα στα υπολείμματα της ανθρώπινης κατανάλωσης, εκείνα τα μάτια τους, κάποτε λαμπερά και γεμάτα ζωή, τώρα θαμπά και γυαλισμένα από τσαλακωμένα ξεσκονόπανα, εσείς μιλήστε για ένα βάσανο τόσο βαθύ που ξεπερνά το φυσικό, πείτε για ένα μαρτύριο ψυχής, μια αγωνία που γεννιέται από παραμέληση και αδιαφορία, γιατί σε αυτή την ερωτιάρικη πόλη, την άκαρδη σχεδόν μητρόπολη μιας ολόκληρης άσχημης χερσονήσου, δεν υπάρχει χώρος για συμπόνια, δεν υπάρχει χώρος για τρυφερότητα, μόνο η σκόνη από τα ζώα, μόνο το αδυσώπητο άλεσμα της επιβίωσης, τα πεζοδρόμια, γεμάτα πρόσκαιρη γλιστερή βροχή και ασκούπιστα από τα πεταμένα όνειρα, γίνονται πεδίο μάχης όπου τα σκυλιά κάνουν πόλεμο για την ίδια τους την ύπαρξη, περιηγούνται στον λαβύρινθο από μπετόν και φθηνό χάλυβα, αποφεύγοντας τροχοφόρα και σκληροτράχηλους πεζούς έτοιμους να σφάξουν στο γόνατο κάθε ημιμαθή, με τα κορμιά τους σημαδεμένα - σχεδόν τρύπια - και χτυπημένα από αμέτρητες συναντήσεις με τις σκληρές πραγματικότητες της αστικής ζωής, τον θόρυβο, τον ανελέητο θόρυβο, τα ευαίσθητα αυτιά τους, μια ατελείωτη συμφωνία σειρήνων και κραυγών, μηχανών που βρυχώνται και κόρνες, ο φόβος, ο φόβος κάθε στιγμής και ο κίνδυνος, ο κίνδυνος που ελλοχεύει σαν αυτοκόλλητο μέσα στα γαριδάκια, είναι ένα μαρτύριο που δεν γνωρίζει ανάπαυλα, ένα αδιάκοπο μπαράζ που τους φθείρει τα νεύρα και τους οδηγεί στο χείλος της τρέλας, μέσα κι έξω απ' αυτήν, οι άνθρωποι, βυθισμένοι στις δικές τους επιδιώξεις, χρήματα - αναγνώριση - κατανάλωση - αγνοούν τα βάσανα που τους περιβάλλουν, τα μάτια τους καρφωμένα στις ελάχιστες οθόνες, το μικρό κουτό μυαλό τους απασχολημένο με τις επιπόλαιες τρελίτσες της σύγχρονης ύπαρξης, χρήματα - αναγνώριση - κατανάλωση - πατούν πάνω από τα σκυλιά καθώς κείτονται στις υδρορροές, τα κορμιά τους αδυνατισμένα ή τουμπανισμένα, να τρέμουν από την πείνα ή από την κατανάλωση σκουπιδιών, οι κάποτε δυνατοί μύες χάνονται σε σκιές του πρώην ζωικού εαυτού τους, είναι φαντάσματα, που στοιχειώνουν την περιφέρεια της ανθρώπινης συνείδησης, αυτά που αφέθηκαν από ανώτερα όντα, οι κραυγές τους για βοήθεια ανήκουστη, οι εκκλήσεις τους για έλεος αγνοούνται, δεν εισακούγονται, η πόλη, με τα πανύψηλα γι' αυτά οικοδομήματα και τις μεγάλες λεωφόρους της, είναι ένα μνημείο για τα ανθρώπινα επιτεύγματα, αλλά είναι επίσης μια απόδειξη της ανθρώπινης σκληρότητας, ένα μέρος όπου οι αδύναμοι και ευάλωτοι παραμερίζονται, ξεχνιούνται στην ακατάπαυστη επιδίωξη της προόδου και της ολιγόλεπτης γρήγορης βόλτας μια φορά λίγο μετά την επιστροφή τους, γρήγορα, να αποφύγουμε τους άλλους που δεν μπορούν να μας θαυμάσουν, μια φωτογραφία, μια ιστορία, μια ανάγκη στα γρήγορα και πίσω στο μικρό κλουβί μέσα στο μεγάλο κλουβί, τα σκυλιά, με τα παραπονεμένα αυτιά τους και τα κουρασμένα σώματά τους, είναι μια έντονη υπενθύμιση του κόστους αυτής της προόδου, φέρουν τα σημάδια της αδιαφορίας της ανθρωπότητας, τα βάσανά τους μια σιωπηλή επίπληξη για την σκληρότητα της αστικής ψυχής, την αδιαφορία της εκκλησιαστικής μόρφωσης, οι κρύοι, απρόσωποι και θεόστραβοι δρόμοι είναι οι τελικοί εκτελεστές τους, δεν βρίσκουν παρηγοριά, δεν βρίσκουν καταφύγιο από τον ατελείωτο κύκλο του πόνου και της παραμέλησης, είναι τα ξεχασμένα θύματα ενός κόσμου που έχει χάσει την ικανότητά του για πραγματική ενσυναίσθηση, κι όμως... οι νύχτες είναι οι χειρότερες, το κρύο εισχωρεί στα κόκαλά τους καθώς κουλουριάζονται στις πόρτες και κάτω από παγκάκια, αναζητώντας τη λίγη ζεστασιά που μπορούν να βρουν, όχι την πραγματική - αλλά την άλλη, τα όνειρά τους στοιχειωμένα από αναμνήσεις καλύτερων ημερών, εποχών που τους αγαπούσαν και τους φρόντιζαν, τότε που για λίγες μέρες έζησαν χαρά - έζησαν πόθο - αγαπήθηκαν - τους κοίταξαν στα μάτια, δίχως απαιτήσεις και νυστέρια, τώρα, εκείνες οι μέρες δεν είναι παρά μακρινοί απόηχοι, αχνοί και ξεθωριασμένοι στο σκληρό φως της εθνικής πραγματικότητας, αποδείξεις που δεν κρατήθηκαν και καλώδια βγαλμένα με το ζόρι, ξυπνούν κάθε στιγμή σχεδόν από την ίδια ζοφερή ύπαρξη, μια φωνή, μια εξάτμιση, ένα πυροτέχνημα, καμιά ελπίδα, και δίνουν έναν ατελείωτο αγώνα για να επιβιώσουν σε μια πόλη που δεν έχει θέση για αυτά, έχει για όλα τα άλλα, τα δίποδα, αλλά δεν έχει για αυτά, χωρίς σκέψη, μόνο με εικοσιτετράωρες ιστορίες κι καρδιές στο ίδιο χρώμα, οι ζωές τους μια απόδειξη της σκληρότητας που κρύβεται κάτω από τα πρώτα χιλιοστά της επιφάνειας του ανθρώπινου πολιτισμού, για όλες τις προόδους και τα επιτεύγματά της, η χώρα παραμένει ένας τόπος βαθιάς ταλαιπωρίας για όσους έχουν μείνει πίσω, μαζί με τα σκυλιά, με τα σπασμένα τους σώματα και τα κακοποιημένα πνεύματα, είναι οι σιωπηλοί μάρτυρες αυτού του πόνου, η παρουσία τους μια υπενθύμιση ότι η πρόοδος, χωρίς συμπόνια , είναι κούφια και άδεια, μόνο πρόφαση για περισσότερη λεφτά, περισσότερες λαμαρίνες, λιγότερο χρόνο, λιγότερη ζωή, κατανάλωση - επίδειξη - επόμενη ζωή δεν υπάρχει, κι αυτά περιπλανώνται στους δρόμους, τα μάτια τους αναζητούν μια καλοσύνη που δεν έρχεται ποτέ, τα σώματά τους αδυνατίζουν κάθε μέρα που περνάει, τα πνεύματά τους διαβρώνονται αργά κάτω από το βάρος ενός ατελείωτου μαρτυρίου, στο τέλος, αφήνονται να πεθαίνουν μόνα, είχαν ήδη πεθάνει για τους ιδιοκτήτες, χωρίς φωτογένεια - χωρίς ζωή, τα σώματά τους πεταμένα και αόρατα σαν τόσα απορρίμματα, μια τραγική απόδειξη της αδιαφορίας του σύγχρονου αυτού εδώ τόσο παλιόκοσμου, και η πόλη, με όλο της το μεγαλείο, είναι ένας τόπος βαθιάς θλίψης, ένας τόπος όπου οι πιο ευάλωτοι ανάμεσά μας αφήνονται να υποφέρουν και πεθαίνουν στη σιωπή, οι κραυγές τους δεν ακούγονται, ο πόνος τους δεν αναγνωρίζεται, είναι τα φαντάσματα του αστικού τοπίου, οι ζωές τους ένα σιωπηλό κατηγορητήριο της σκληρότητας που βρίσκεται στο επίκεντρο της ανθρώπινης προόδου, της επαναλαμβανόμενης κατανάλωσης, στα βάσανά τους βλέπουμε το πραγματικό κόστος της αδιαφορία μας, το βλέπουμε; (αναρωτιέμαι και ξεχνώ), ένα κόστος μετρημένο σε σπασμένα σώματα και συντετριμμένα πνεύματα, ένα κόστος που, για όλα εκείνα τα επιτεύγματά μας δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε να πληρώσουμε, ο πολιτισμός μας προχωρά, αδυσώπητος και αδιάφορος, σαν επαγγελματίας σφάχτης που αφαιρεί τεμάχια από το εσωτερικό των σημάτων, αφήνοντας πίσω του ένα ίχνος ξεχασμένων ψυχών, τα σκυλιά, τόσο τα μη εμφανή σε φωτογραφίες αδέσποτα όσο και τα εμφανή σε ιστορίες κατοικίδια, με τα κουρασμένα και σπασμένα σώματά τους, είναι η πιο οδυνηρή υπενθύμιση αυτού, το βάσανό τους καθρέφτης της δικής μας χαράς και ικανότητας για σκληρότητα, μια σκληρότητα που, παρ' όλες τις προόδους μας, παραμένει τόσο διάχυτη και ολέθρια όσο ποτέ, ίσως κι όπως πάντα όμως, αλλά στο τέλος, πάλι, τα τετράποδα πεθαίνουν μόνα τους, τα κορμιά τους αφήνονται να σαπίζουν στις γωνίες και τα πανάσχημα αλσύλλια της πόλης, οι ζωές τους μια τραγική απόδειξη της αδιαφορίας της ανθρώπινης ψυχής, είναι τα φαντάσματα του σύγχρονου κόσμου, η ταλαιπωρία τους μια σιωπηλή επίπληξη για την αναισθησία μας, ο θάνατός τους μια υπενθύμιση ότι η πρόοδος, χωρίς συμπόνια, δεν είναι τίποτα άλλο από μια κούφια και κενή επιδίωξη στο ανελέητο κυνήγι της προόδου, χωρίς αναρτήσεις χωρίς επευφημίες, κι εσύ έχεις ξεχάσει το πραγματικό κόστος των επιτευγμάτων που υπηρετείς, ένα κόστος μετρημένο σε σπασμένες ψυχούλες και συντετριμμένα πνεύματα, ένα κόστος που, για όλες τις προόδους μας δεν μπορείς ή δεν θέλεις να πληρώσεις, και έτσι, αυτά συνεχίζουν να υποφέρουν κι εσύ να κωφεύεις, η ζωή τους μια σιωπηλή επίπληξη για την αναισθησία σου, ο θάνατός τους μια υπενθύμιση ότι η πρόοδός σου, χωρίς συμπόνια, δεν είναι παρά μια κούφια και κενή επιδίωξη για περισσότερα καταναλωτικά αγαθά, να είσαι ποθητός/η, αρεστός/η, δολοφόνος

Δευτέρα 20 Μαΐου 2024

το ψυγείο - ψυγείο

ας αγοράσουμε ένα ωραίο ψυγείο, από αυτά που χωράνε πολλά πράγματα, να μη χαλάνε, να μην τα πετάμε χαλασμένα, θα τα πετάμε μόνο όταν λήξουν ή όταν θέλουμε. ας το αγοράσουμε. τι χρώμα θα είναι; πόσο λίτρα φαγώσιμα θα χωράει; να του βάλουμε και μια κορδέλα. να του κάνουμε τα εμβόλια. να το διαβάσει ο παπάς. πόσα θέλει για να έρθει σπίτι μας μετά τη δουλειά; τη δική σου. εγώ δεν δουλεύω. ούτε αυτός. τη μέρα που θα έρθει στο σπίτι μας θα ντυθούμε όμορφα. φτάνει πια με τις πυτζάμες. καινούργιο ψυγείο θα έρθει. όχι ο παπάς. δε θα χρειαστεί άλλη φορά να ετοιμαστούμε στις έξι το απόγευμα, να πάρουμε το λεωφορείο στις έξι και μισή, να περάσουμε απέξω από την εκκλησία του Κωστή και της Λένας που γιορτάζουν την επομένη, να περπατήσουμε μέχρι τις επτά και μισή, να παραγγείλουμε μια μπύρα και μια λεμονάδα ενώ θέλαμε καφέ στις επτά και σαράντα, να φύγουμε στις οχτώ και είκοσι πληρώνοντας μετρητά, να πάμε μέχρι την πιτσαρία που κάνει την καλύτερη πίτσα στις οχτώ και μισή, να φύγουμε από την πιτσαρία που κάνει την καλύτερη πίτσα και έχει δέκα άτομα ουρά απέξω στις οχτώ και σαράντα, να περάσουμε όλα τα αραβικά κι ασιατικά μαγαζιά της πόλης μέχρι της εννέα και την κεντρική οδική αρτηρία στις εννέα και τέταρτο, να φτάσουμε στην αφετηρία των λεωφορείων στις εννέα και μισή, να μην έρχεται λεωφορείο και να πάμε μέχρι την κεντρική πλατεία στις δέκα παρά τέταρτο, κι εκεί να μην έρχονται λεωφορεία γιατί έρχεται ο πρωθυπουργός, να μη μιλάμε, να μην μπούμε στο πρώτο λεωφορείο, να μπούμε στο επόμενο στις δέκα περίπου, να φτάσουμε μετά κι από λίγο περπάτημα στο σπίτι, δέκα και μισή, τέσσερις ώρες μακριά από το ωραίο μας ψυγείο για σαράντα λεπτά χωρίς κουβέντα στον έβδομο όροφο ενός σημερινού ξενώνα να ρεμβάζουμε κεραίες ενώ δίπλα μας ένα ζευγάρι είναι στο πρώτο τους ραντεβού κι από την άλλη ένα τρίο διαγωνίζεται ποιος είναι ο ηλιοθιότερος. και δεν καθόμασταν να ονειρευτούμε στον προσωπικό του κόσμο ο καθένας μας το ψυγείο μας;

Τετάρτη 15 Μαΐου 2024

ψιτ! Εγώ είμαι ανώτερος Μαλάκας αλλά ξέρω Nasenbluten και περπατώ καθημερινά στη Σαλονίκη (2-3 ώρες μετά τα ξημερώματα)

λοιπόν... μάθημα των τελευταίων μηνών... πρώτον. αν έχεις γενικά συναισθήματα και ηθική σκέψη μην ασχοληθείς ποτέ με σκύλο / σκύλα... ειδικά από κουτάβια. δεύτερον. αν είσαι σταθμάρχης και μπήκες εκεί χωρίς την αξία σου μην πάρεις ποτέ μια ιερόδουλη εν ώρα εργασίας και ειδικά μέσα στο χώρο "εργασίας" σου. τρίτον, πάψε να κάνεις πλάκα με τα θεία και τους πρώιμους θείους - θείες που νόμιζες ότι ήταν του φιλικού σου περιβάλλοντος. εξωγήινα όντα είναι που σε βλέπουν σαν εξωγήινο. τέταρτον, αν θες να είσαι χαλαρός φύγε... δεν θα φύγουν αυτοί. φύγε εσύ. αλλιώς ετοίμασε απαντήσεις στις ερωτήσεις... τους. οι θυσαυροί δεν χάθηκαν - οι θυσαυροί είναι χαμένοι. ψιτ! φεύγοντας πάρε τον flyover ε... μην ξεχνιόμαστε! αχαχαχαχα, ειδικά εσύ... είσαι ένας ψοφοφόρος...

πάμε να συμμετάσχουμε σ' ένα μπάτσελορ; ψήνεσαι; ψήθηκα. να κάνουμε καρτ, να φουσκώσουμε μπαλόνια, να τρέξουμε για εβδομήντα μέτρα με ρυθμό μαραθωνίου στις παραλίες με τα λύματα της πόλης, να ονειρευτούμε ότι πηδιόμαστε και να μην πηδιόμαστε γιατί παντρευόμαστε και έχουμε λεφτά, θυμάσαι; πηδιόμασταν όταν δεν είχαμε λεφτά; παραψήθηκες. βάλε Nasenbluten και κατά προτίμηση Show Us Your Tits. τα τρία δευτερόλεπτα δημοσιότητάς σου τελειώσαν με τη φετινή γιουροβίζιον και το μέλλον σου είναι λαμπρό σαν τα χειμερινά σαββατιάτικα τηλεοπτικά σόου της χώρας των Βελόπουλων. ως κάτοικος της Silicon της Valley των παγκόσμιων βαλκανίων νιώθω σαν χαμένη επενδυτική ευκαιρία.
σε λοιπά θέματα της γειτονιάς... επαγγελματικές αυτόβουλες κινήσεις. τρεις επιχειρήσεις. τρεις κοπέλες κάτω των 25. κι οι τρεις ανέλαβαν οικογενειακές εστίες χρήματος, ένα μανάβικο, ένα παλαιοπωλείο (και τα δυο σε γωνίες) κι ένα κατάστημα πώλησης χαλιών. τρεις κοπέλες. τρεις τρύπες απ' το παρελθόν γεμάτες χρήμα και κακό - κάκιστο γούστο. εκτός γειτονιάς...καθημερινές γονυκλισίες να φύγω μετά από άλλα πενήντα και βάλε χρόνια στον ύπνο μου γιατί αλλιώς θα ψάχνουν να βρουν συγγενείς για να χρεώνουν σημερινά 140 ευρά τη νύχτα μια αποκλειστική που θα παίζει τάβλι με τρεις Νιγηριανούς στο κινητό της και θα ψωνίζει πλαστικά άχρηστα αντικείμενα από το Temu. το Adonis χτίζει για το μέλλον (του).

Δευτέρα 15 Απριλίου 2024

τοπ χιτς φορ έβερ

μια στεναχώρια όπου γυρίσω το βλέμμα μου και προσπαθώ να μην με αποσπώ από τον ουρανό. σε κάθε βόλτα βρέφη έπαθλα και φωτογραφίες ανά δευτερόλεπτο... επαναλήψεις δημοσιογράφων που έλκονται από μια ευρωπαϊκή καρέκλα... από αφρικανικές βίζιτες... από ηλεκτρικά αυτοκίνητα σε τρύπιους δρόμους. στεναχώρια που έχει ζέστη κανένα τρίμηνο νωρίτερα από το αναμενόμενο. να μαθαίνεις να μην περιμένεις, να μαθαίνεις να μην ελπίζεις, να μαθαίνεις ότι κάποιος άλλος ξέρει. εν τω μεταξύ... πρώτον. κούρσα με ταξί 4χλμ πήγε στα πρωτοφανή επίπεδα των 8ευρώ δίχως κίνηση και κλέψιμο και δεύτερον. επίσης σε πρωτοφανή για την εποχή επίπεδα βρίσκεται πια μόνιμα η θερμοκρασία στην επιφάνεια της θάλασσας. την πρώτη περίπτωση δεν μπορείς να τη συζητήσεις γιατί η επαγγελματίας οδηγός μιλάει με φίλη της που έχει οικογενειακά προβλήματα καθ' όλη τη διάρκεια της κούρσας. τη δεύτερη περίπτωση όταν πας να τη φέρεις στο προσκήνιο μαθαίνεις με αποκαλυπτικό τρόπο ότι προκαλούν συννεφιές με τους ψεκασμούς και οι συννεφιές κρατούν τις υψηλές θερμοκρασίες χαμηλά, στο έδαφος και στην επιφάνεια της θάλασσας και φυσικό είναι να ανεβαίνουν οι θερμοκρασίες παντού! η αποκάλυψη ολοκληρώνεται με το πατρόν τύπου: "τι δεν καταλαβαίνετε όλοι σας με την δήθεν κλιματική αλλαγή;" μερικές φορές αναρωτιέμαι, πόσο εύκολα διαρρέουν τα στοιχεία μου εδώ κι εκεί, για το εκεί είμαι σχεδόν σίγουρος, παίρνει λιγότερο από μια ώρα... μια φορά να πατήσεις σκατά θα τα μυρίζεις για πάντα, στον κόσμο των εμφυλίων, των υποκριτών, στο κόσμο σου να περνάς σκατά.

Top Hits '88 (1988, Vinyl) - Discogs

ψιτ... φωνάζει εκείνος ο μαυριδερός κοντός φαλακρός και νεότερος συγγενής μου, χιτ... μου έρχεται στο μυαλό - βασικά εκείνα τα πολλά ποιοτικά Top Hits '84-'89 που είχαν αξία σαν Χριστουγεννιάτικο δώρο δίχως προσωπικότητα, τσακ - μπαμ τελειώσαμε με τον Άι Βασίλη, φέρτε τα σπληνάντερα τώρα... κουνάω το κεφάλι, διώχνω τη συννεφιά σκόνης και προχωρώ απειλητικά προς αυτόν ενώ γελάω με το χακί μπλουζάκι North Face, την κίτρινα τσάντα North Face, τα μπλέ παπούτσια North Face και τη φάτσα του αριστερού ζηλωτή... νοίκιασα το σπίτι χίλια πεντακόσια το μήνα και χρωστάω δώδεκα μισό χιλιάδες, η μαμά και ο μπαμπάς δεν έχουν, τις καλλιέργειες τις παράτησα, λεφτά δεν έχω, θα πάω στο Marrakesh από 'βδομάδα... τόση πληροφορία με έκαψε, αλλάζω κασέτα και προχωρώ. κάνω αίτηση ηλεκτρονικά για να πάρω μια απλή βεβαίωση κατοικίας με επισύναψη προς το δημόσιο ένα χαρτί του δημοσίου (εφορίας), το δημόσιο με καλεί (στο σταθερό!) για να ζητήσει ταυτοποίηση με ένα χαρτί παροχής ρεύματος από ιδιώτη. επόμενη κασέτα... βρίσκομαι σε αίθουσα αναμονής ιατρείου, βγαίνει ο υπερήλικος σύζυγος ζαλισμένος από την ένεση, η λιγότερο υπερήλικη σύζυγος τον κοροϊδεύει και αφού δεν τον βοηθάει καν να καθίσει εισέρχεται με στόμφο για τη δική της εξέταση, σε λίγο βγαίνει και δηλώνει θριαμβευτικά ότι έχει κάποια τσιμπήματα στην καρδιά, βγαίνουν γιατροί - νοσοκόμες - ντελιβεράδες - λοιποί ασθενείς - ο υπερήλικος σύζυγος - ένας γιος και η γραμματέας, αυτή συνεχίζει "με τσιμπάει" εδώ, καλούν τραυματιοφορέα, έρχεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα μέσα σε δεκαπέντε λεπτά και χωρίς φρέντο στο χέρι, καλύτερα είμαι λέει η όχι και τόσο υπερήλικη σύζυγος "μην με αγχώνεται με αυτή την καρέκλα". άλλη πλευρά της ίδιας κασέτας... γνωστός από τα ένδοξα χρόνια της μουσικής αλητείας διαμαρτύρεται γιατί επί δύο χρόνια ο λογιστής του κάνει λάθη και πληρώνει περισσότερο φόρο, σε λίγο θα γυρίσει να πάρει μερικά κεράσματα για τον λογιστή του όταν του πει πόσα γλίτωσε/έκλεψε παρόλο το λάθος γιατί είχε προνοήσει να κάνει άλλα λάθη εις όφελος του πελάτη του. η κασέτα δεν μασάει, συνεχίζει ακάθεκτη και στην ηλεκτρονική εποχή, in the year 2525!

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2024

Αγκάθ(ι)α

από 'δω θα φάνε κι άλλοι... προσοχή και στο δικό σου ρεύμα γιατί πάντα θα υπάρχει κι ο άλλος που θα 'ρχεται ανάποδα... στο δικό σου ρεύμα... δεν υπάρχει δικό σου ρεύμα... μόνο αυτό που πληρώνεις στο λογαριασμό σου... με ποσοστό +10% για τις ρευματοκλοπές των άλλων... the others... μας κάνατε κακό. // ή αλλιώς: Η ιστορία αυτής που δεν έχασε τίποτα. Ποτέ. Τίποτις.

Στην πολυσύχναστη καρδιά μιας ελληνικής μητρόπολης, μέσα στη χαοτική συμφωνία του κορναρίσματος και του πολυσύχναστου πλήθους, ζούσε μια γυναίκα ονόματι Αγκάθα. Δίπλα της περνούσαν ιερωμένοι με φίδια στον κόρφο τους και μερικές καλόγριες που πουλούσαν μανταλάκια από τίμιο ξύλο. Ήταν η επιτομή του ελέγχου, η ζωή της οργανωμένη σχολαστικά, το περιβάλλον της σχολαστικότερα συντηρημένο. Από το άψογο σπίτι της μέχρι τα τέλεια βαλμένα μαλλιά της, η Αγκάθα ήταν η ενσάρκωση της τάξης σε έναν κόσμο που βρισκόταν στα όρια του χάους.

Για χρόνια, η Αγκάθα περιηγήθηκε στη ζωή με την ακρίβεια ενός Ελβετού ωρολογοποιού. Βρέθηκε σε διάφορες πόλεις, μέχρι και σε μέρη χωρίς ήλιο, εκεί που τα πουλιά πετάνε ανάποδα και οι τηλεοράσεις σταματούν το πρόγραμμά τους μετά τις δέκα το βράδυ. Τίποτα δεν ξέφυγε από την αντίληψή της. Ήταν η κυρίαρχη της επικράτειάς της, κυβερνώντας την με μια σιδερογροθιά τυλιγμένη σε ένα βελούδινο γάντι. Κάθε λεπτομέρεια της ύπαρξής της ήταν προσεκτικά επιμελημένη, κάθε ενδεχόμενο είχε προγραμματιστεί και επανεξεταστεί με ακόμα μεγαλύτερη λεπτομέρεια. Δεν είχε γνωρίσει ποτέ την απώλεια, ποτέ δεν είχε βιώσει την πικρή γεύση της αποτυχίας. Αλλά η μοίρα, όπως φάνηκε, είχε άλλα σχέδια τη στιγμή που μια γάτα επιτέθηκε σε ένα μικρό και άμυαλο ποντιακό σκυλί.

Ήταν μια φαινομενικά συνηθισμένη μέρα όταν ο προσεκτικά κατασκευασμένος κόσμος της Αγκάθα αναστατώθηκε από μια δύναμη πέρα από την κατανόησή της. Καθώς έκανε την πρωινή της ρουτίνα, βουρτσίζοντας σχολαστικά τα δόντια της με την αξιόπιστη οδοντόβουρτσά της και μελετώντας την πρωινή εφημερίδα, μια ξαφνική αναστάτωση ταρακούνησε τον ίδιο τον ιστό της πραγματικότητας. Τα σύμπαντα αναμίχθηκαν σαν τα υλικά για ένα στρούντελ. Με ένα εκκωφαντικό βρυχηθμό, μια στροβιλιζόμενη δίνη σκότους τύλιξε την Αγκάθα, αποσπώντας την από το γνώριμο περιβάλλον της και σπρώχνοντάς την στα άγνωστα βάθη του χρόνου και του χώρου. Πανικός κατέλαβε την καρδιά της καθώς έπεφτε στο κενό, με την σχολαστικά σχεδιασμένη ύπαρξή της να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια της. Αισθάνθηκε σαν οι μυρωδιές εκατοντάδων επιβατών σε λεωφορείο που έχουν έλλειψη τρεχούμενου νερού να της επιτίθεντο.

Όταν τελικά η Αγκάθα βγήκε από τη δίνη, βρέθηκε σε έναν κόσμο οικείο και εξωγήινο. Οι δρόμοι της ελληνικής πόλης απλώνονταν μπροστά της, αλλά αμαυρώθηκαν από το πέρασμα του χρόνου. Τα κτίρια που κάποτε στέκονταν ψηλά, τώρα κείτονταν σε ερείπια, οι ερειπωμένες προσόψεις τους μαρτυρούν τη φθορά του χρόνου. Μια εκκλησία άνοιγε τις πύλες της για να μπει μέσα ένα θωρακισμένο όχημα χρηματαποστολών. Δυο αλλοδαποί στεκόντουσαν με τεράστια δυσκολία και κύρτωναν κάτω από το βάρος των ανοιχτών τηλεοράσεων που κρατούσαν. Από εκείνες ένας μαλθακός ερημίτης δασκάλευε το ποίμνιο πως να φτιάξει χορτόπιτα με αποτσίγαρα.

Η σύγχυση και ο φόβος τράβηξαν το μυαλό της Αγκάθα καθώς σκόνταψε μέσα στο ερημικό τοπίο, με την κάποτε παρθένα ενδυμασία της τώρα σκισμένη και κουρελιασμένη. Όπου κι αν κοίταξε, είδε σημάδια φθοράς και καταστροφής, μια έντονη αντίθεση με τον τακτοποιημένο κόσμο που είχε αφήσει πίσω της. Λύγισε, όμως στη στιγμή αυτοχαστουκίστηκε, τσίμπησε το δεξί σφιχτό κωλομέρι και άφησε μια μικρή πορδή. Ο φόβος είχε φύγει. Ήταν και πάλι κυρίαρχος του γαλαξία, του μασούτη και του σκλαβενίτη μαζί. Ήταν η σούπερ γυναίκα που τα πάντα κανονίζει, όλοι την έχουν ανάγκη, αυτή δεν έχει ανάγκη κανέναν και γιορτάζει κιόλας άμα γουστάρει σήμερα.

Καθώς όμως η Αγκάθα περιπλανιόταν στους έρημους δρόμους, άρχισε να συνειδητοποιεί την έκταση της δύσκολης θέσης της. Ο χρόνος, φαινόταν, της είχε κάνει ένα σκληρό τέχνασμα, βυθίζοντάς την σε έναν κόσμο που είχε περάσει προ πολλού. Τόσο οικείο σαν μια πόλη που έπλενε πιάτα με τα χέρια για επτά χρόνια αλλά και παράλληλα τόσο ξένο σαν το χωριό του πατέρα χωρίς τουρίστες. Και στο πέρασμά αυτών των αλλόκοτων συμπάντων και στιγμών, κάτι της είχε πάρει το πιο πολύτιμο αντικείμενο εκείνης της ώρας μαζί με το δώρο προς τον πατέρα της: την οδοντόβουρτσά της και την πρωινή εφημερίδα με τα ναυτιλιακά νέα της προηγούμενης εβδομάδας από τη Σιγκαπούρη, ὠϊμέ!

Η απόγνωση οδήγησε την Αγκάθα προς τα εμπρός καθώς έψαχνε να βρει έναν τρόπο να κατανοήσει τη νέα της πραγματικότητα. Αλλά όσο και να προσπαθούσε, δεν βρήκε παρηγοριά στα ερείπια του παρελθόντος. Η κάποτε ακλόνητη αυτοπεποίθησή της κλονίστηκε, αντικαταστάθηκε από μια υφέρπουσα αίσθηση αμφιβολίας και αβεβαιότητας. Τα συντρίμμια άρχιζαν να σχηματίζουν μια εξωτερική τουαλέτα για την οποία αισθάνθηκε την ανάγκη να μπει και να την καθαρίσει με τα υγρά μαντηλάκια που πάντα είχε στην τσέπη του επώνυμου μπουφάν της. Γιαπωνέζικη αισθητική μέσα σε ρωμαϊκά κιούπια ξεχειλισμένα από μικροοργανισμούς που χαρακτηρίζονται και ως: μύκητες · μικροφύκη · πρωτόζωα · βακτήρια · μαλακίες.

Μέσα στην απελπισία της, η Αγκάθα σκόνταψε σε ένα ασθενοφόρο νοσοκομείου, με τις πόρτες του να στέκονται ανοιχτές σαν φάρος ελπίδας στο σκοτάδι. Με χέρια που έτρεμαν, μπήκε στο όχημα κι από εκεί πέρασε στο εσωτερικό που ήταν το ίδιο με ένα γνώριμο και φιλικό νοσοκομείο. Με την καρδιά της να χτυπά δυνατά στο στήθος της άρχισε να περπατάει στα τέσσερα για σιγουριά. Μέσα, βρήκε μια ομάδα κουρασμένων επιζώντων, με τα πρόσωπά τους τραβηγμένα και καταβεβλημένα και παραδίπλα μια παρέα ενενηντάρηδων που άρχισαν να τις εξιστορούν φωνάζοντας τη λειτουργία των καθετήρων τους.

Καθώς η Αγκάθα τους πλησίασε για να τους γλιτώσει από μελλοντικές παθήσεις των λαιμών τους, αντιμετώπισε επιφυλακτικά βλέμματα και ψιθυριστές συζητήσεις. Όμως, παρά την αρχική τους σύλληψη, οι επιζώντες την καλωσόρισαν τελικά ανάμεσά τους, προσφέροντάς της τη λίγη παρηγοριά που μπορούσαν μπροστά στην αβεβαιότητα. Ένα σακουλάκι με χθεσινά ούρα ο ένας, μια κατουρημένη παλιά διαθήκη ο άλλος και τρεις μπατονέτες αγνώστου προηγούμενης χρήσης μια χαιρέκακη κυρία ντυμένη στα σιέλ. Δεν είχαν και κάτι να χάσουν. Όσος χρόνος απέμεινε θα γινόταν σύντομα δωρεά στα παιδιά των χαμένων Ελλήνων αστροναυτών.

Και έτσι, η Αγκάθα βρέθηκε ανάμεσα σε αγνώστους, ο προσεκτικά ελεγχόμενος κόσμος της γκρεμίστηκε από δυνάμεις που ήταν πέρα από τον έλεγχό της. Το δουκάτο της γέμισε λάσπες κι ακαθαρσίες που οι συγκάτοικοι θα έφερναν αβίαστα μέσα στο σπίτι, πάνω στα χαλιά, δίπλα στο κρεβάτι, παραδίπλα από το κομοδίνο που έχει τα βρακάκια της. Αλλά μέσα στο χάος, σε αυτό που τώρα είχε χρώμα σκατουλί, ανακάλυψε κάτι απροσδόκητο: μια αίσθηση συντροφικότητας και ανθεκτικότητας που ξεπερνούσε τα όρια του χρόνου και του χώρου. Η αγάπη! Ήταν η αγάπη. Δεν ήταν η οδοντόβουρτσα. Ήταν η αγάπη κι αυτή τη φορά δεν άργησε καθόλου. Ούτε μια μέρα! Έτσι νόμιζε η Αγκάθα. Ναι, καλέ, ήταν η αγάπη. Η Αγάπη!

Καθώς οι μέρες περνούσαν και η Αγκάθα προσαρμόστηκε στη νέα της πραγματικότητα, συνειδητοποίησε ότι η ζωή δεν ήταν να ελέγχει κάθε λεπτομέρεια, αλλά να αγκαλιάζει την αβεβαιότητα και να βρίσκει δύναμη μπροστά στις αντιξοότητες. Αγόραζε κάθε μέρα οδοντόβουρτσες και τις άφηνε με τα σάλια της στητές στα καθίσματα των αστικών λεωφορείων που χρησιμοποιούσε. Έκανε μεγάλο στοκ από παλιές εφημερίδες ναυτιλιακών και χρηματιστηριακών θεμάτων που σκορπούσε σε κάθε γωνιά του άλλοτε τακτοποιημένου σπιτιού της. Αγόρασε έναν εξομολόγο και τον έστησε να τους διαβάζει όταν καθόντουσαν σαν οικογένεια να φάνε το ζεστό φαγάκι τους. Και παρόλο που μπορεί να έχασε την αγαπημένη της οδοντόβουρτσα και την εφημερίδα της Παρασκευής για τον μπαμπά από τη Σιγκαπούρη - από τις ασυγχώρητες ιδιοτροπίες της μοίρας φυσικά, δεν έφταιγε εκείνη - κέρδισε κάτι πολύ πιο πολύτιμο: μια νέα εκτίμηση για την απρόβλεπτη φύση της ύπαρξης και την ανθεκτικότητα του ανθρώπινου πνεύματος. Ή και όχι. Στο τέλος η αγάπη πάντα επικρατεί. Over.

Post Όφις ή Τα @γγελικά πλασμένα Χέλια (να σου πιούν το αίμα)

post office and one snake with a lot of letters and stamps and some post men like in a microcosm peace nature in the sty...

Είναι ωραίο αυτό που κάνεις, αυτό που φοράς, αυτό που επιδεικνύεις, αυτή η έλλειψη φαντασίας σου και η προβολή του καθημερινού γυαλιστερού τόσο προσωπικού τίποτα σου, όμως εμένα με κάνει να σε σιχαίνομαι. Κι άλλη τηλεόραση πιο μεγάλη, κι άλλα όνειρα πιο μακρινά, κι όλα με μια συσκευή μικρότερη κι από πουλί στο χέρι, ναι σε σιχαίνομαι. Όπως και τις τεράστιες συσκευασίες έξω απ' τα σπίτια σου, τα καλώδια που υποστηρίζουν κάθε λειτουργία σου, όπως εσένα σαν ένα κομμάτι του πλαστικού πύργου από χαρτιά μιας τράπουλας ταρώ από πασάδες, σουλτάνους και χανούμισσες. Κάθε επένδυση ενάντια στο φύσημα του αγέρα και κάθε χαρτάκι με σημειώσεις γεμάτο με λίστες - τι να κάνεις που κάνανε κι οι άλλοι, τόση φθήνια μέσα στη ζωή σου.

Το 2024 ήδη μέσα στον πρώτο του μήνα απέδειξε ότι και Θεός υπάρχει και το βασιλιά με τη νύφη του θα σώσει. Κι ας ασχολούνται όλοι με κείνη την καφρική πρώην βασίλισσα που πήγαινε με τον άραβα κι άφησε το δικό μας το παιδί να ψάχνει καμήλες. Ναι, υπάρχει κι έσωσε τ' αρχίδι του βασιλιά και τον κώλο της πριγκίπισσας. Σε άλλα νέα, ο κυρ Όθων, έφυγε ξαφνικά στα 78 του κι άφησε το διαμέρισμα στον ημιώροφο, άδειο χωρίς αυτόν αλλά τίγκα στα αντικείμενα. Δεν πήρε πολλές μέρες και τα πράγματα του Όθων άλλαξαν χέρια, για την ακρίβεια έγιναν ιπτάμενα και μετά φορτώθηκαν σ' ένα αγροτικό κι άφησαν το σπίτι αδειανό κι έτοιμο για ενοικιοστάσιο. Τον τιμήσανε όμως γιατί γέμισε η γειτονιά με χαρτιά για τα σαράντα του. Τι τύχη να σου πεθάνει ο άλλος πριν τον εκτιμώμενο χρόνο και να σου 'χει αφήσει κι ένα σπίτι να εκμεταλλευτείς στη συμπρωτεύουσα. Λες και δεν πετάνε τα χρόνια απ' τα 25 στα 50 με ένα τσαφ, μια κλανιά, ένα μεθύσι - το μόνο που μετριέται είναι οι δόσεις των δανείων και των διατροφών, τα μερτικά των άλλων στο χρόνο το δικό σου. Κι εσύ να συνεχίσεις. Είναι σημαντικό να έχεις αρχές. Να ψηφίζεις από πάππου προς πάππου το συμφέρον σου.

Υπάρχει όμως ελπίδα για ένα λευκότερο αύριο. Ας γίνουμε όλοι σαν τον χασάπη της γειτονιάς, αυτή είναι η λύση. Ανέμελο βλέμμα, νεκρό, σκατένιο, συνήθως πίσω από το βρώμικο τζάμι. Από τις έξι το πρωί στο μαγαζί. Να περνάει ξανά τον κιμά που δεν πούλησε εχθές, που έκανε το ίδιο κι εχθές, να μην τον δουν οι περαστικοί, αυτοί που ποτέ δεν αγοράζουν από εκεί. Μαζί του μόνο η μηχανή που παρκάρει κάθετα και καταλαμβάνει σχεδόν τέσσερις θέσεις με τη βοήθεια μερικών χαρτόκουτων αλλά και ο πατέρας που του αγόρασε το μαγαζί για να μην έχει ενοίκια και μερικές φορές η σύζυγος - το ίδιο άσχημο, κενό βλέμμα, νεκρή κι αυτή, ριγμένη στη διπλανή λευκή πλαστική καρέκλα να ατενίζει τους περαστικούς. Κάποια στιγμή θα βγάλει μια χειρόγραφη επιγραφή πάνω στο τζάμι για να ευχαριστήσει τη γειτονιά για την πολύχρονη εμπιστοσύνη. Ποια; Τότε όλοι θα μπουν μέσα να του ευχηθούν καλή σύνταξη. Τα μαθηματικά λένε ότι πρέπει να ζήσει μέχρι τα 186 του χρόνια για να ισοφαρίσει όσα πλήρωσε με αυτά που θα βγάλει από τη μηνιαία πίστωση δημοσίου στο λογαριασμό του. Όμως θα εξετέλεσε το ιερό καθήκον στο κράτος, στην εκκλησία, στην οικογένεια, στη γειτονιά και στο Θεό που πάνω είναι και όλα τα βλέπει και όλα τα μαχαιρώνει. Όσο αναφορά τα κέρδη... κοκαλάκια στο πεζοδρόμιο για τα περαστικά σκυλάκια. Το παιδί του μπαμπά του και ο άντρας της γυναίκας του, μεγάλωσε κι έγινε κι αυτός συνταξιούχος από ελεύθερος επαγγελματίας. Να έχει να γραφεί κάτι στο μελλοντικό κηδειόχαρτο.Ηλίθιος ετών 69, με επάγγελμα, συγγενείς και μια κάσα κλειστή στο δευτερόλεπτο. Εσύ μη τα βλέπεις αυτά, δεν είσαι αυτός / αυτή / αυτό που θα αλλάξει τον κόσμο;

Από την άλλη ποτέ δεν είναι αργά να γίνεις αγρότης. Έτσι θα μπορείς κι εσύ να συμπεριλαμβάνεσαι στην πρόταση "Δεν είναι όλοι μεγαλοαγρότες βρε παιδί μου" και να κλείνεις δρόμους, να παίρνεις επιδοτήσεις και να έχεις εργάτες που δεν τους βάζεις ούτε το εργόσημο και οι καημένοι μέσα στο κρύο και τη ζέστη βγάζουν το μεροκάματο. Ίσως και κάτι παραπάνω γιατί εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους. Μερικοί λοιπόν κοιμούνται πάνω στα ίδια τα τελάρα που μαζεύουν τις ελιές και τα ζαρζαβατικά. Άλλοι αναλαμβάνουν πιο δύσκολα χρέη, για παράδειγμα να εκδίδουν ανήλικα, ενίοτε και την κόρη του αφεντικού. Τα δύσκολα και τα επικίνδυνα μόνο σε Πακιστανούς. Ακόμα κι αν είσαι κρητίκαρος εσύ. Για την τιμή σου, αυτοκτονείς κιόλας. Όχι την πρώτη φορά, όχι την όγδοη, όχι την εικοστή που η δεκαπεντάχρονη κόρη σου συνουσιάστηκε χωρίς τη θέληση της αλλά εσύ και η μανούλα δεν το καταλάβατε, μόνο λίγο πριν γίνει βούκινο σ' όλο τ' ορεινό χωριό σας. Και φυσικά πως του ήρθε του δικηγόρου της μανούλας να πει πριν τον ρωτήσει ουδείς και ουδεμία, μα δεν πρόκειται για μαστροπεία! Αλλά τα μπλόκα έχουν κι ευλογίες. Τόσο των παπάδων που βρήκαν συμμάχους στον αγώνα κατά το γάμο των ομόφυλων όσο και στους νέους που βρήκαν εχθρούς στον ιδιωτικό τομέα εκπαίδευσης. Εκεί που οι μεν πρώτοι είναι πραγματικά πρώτοι στις σχέσεις (είναι κι εύκολο με τα μάξι φορέματα και την αντρίλα που κρύβουν τα ράσα καταπίεσης) αλλά όχι στους γάμους για ευνόητους λόγους, ενώ οι δεύτεροι σε λίγο καιρό θα προσκυνάνε για τον κατώτατο μισθό με άγραφες υπερωρίες και τσιμπούκια για ένα πρόγραμμα ΟΑΕΔ (λέγε με καλέ μου πια ΔΥΠΑ, άλλαξε) που ο εργοδότης δεν κάνει τίποτα και τον συμφέρει. Στο μέρος που εκπαιδεύονται "άνθρωποι" 16 χρόνια για να βρουν μια δουλειά αλλά ούτε ένα λεπτό για να γίνουν γονείς. Δεν είναι αργά για να γίνεις αγρότης, είναι αργότερα να γίνεις άνθρωπος.

Όμως γιατί να μην γίνεις κιθαρίστας; Είναι ένα επάγγελμα σαν όλα τα άλλα. Δες για παράδειγμα τον Kerry τον King. Μιξοκλαίγεται σαν κοριτσάκι που του πήρανε το ζαχαρωτό γιατί ο Tom ο Araya δεν τον πήρε ένα τηλέφωνο, ούτε ένα τεξτ δεν του έστειλε, λέει στο τεράστιο περιοδικό των αντρών που ξέρουν από καλή δυνατή και βαριά μουσική, το Kerrang. Ο ίδιος δεν προσπάθησε, ήταν πληγωμένος. Κι έτσι ότι ξέμεινε από τον τελευταίο δίσκο και δεν το ήθελε ο άλλος που δεν του έστειλε ούτε ένα μήνυμα, έγινε από μόνο του προκαταβολικά και χιτ και μις μαζί. Στη συνέχεια πήρε να δηλώνει ότι εκτός από βασικότατος κιθαρίστας ήταν και ο μπασίστας στα άλμπουμ. Πω, ρε φίλε! Και το 'χαμε καταλάβει! Μην κάνεις κι εσύ ρε Tom σαν τον φαρμακοποιό που έχασε καμιά κατοστάρα κιλά κι άρχισε να φωτογραφίζεται σε σκάλες και καρέκλες ανάποδα όταν έχει εφημερία, πάρε τηλέφωνο γιατί ποτέ δεν ξες πότε θα συναντήσεις τον Παντέλω τον Παντελίδη κι εσύ. Γιατί αν κάτι είναι σίγουρο είναι ότι η καλή η πεθερά ξέρει από μοκέτες και όλα τα είδη πρωκτός. 

Πρόσφατα επιτέλους μετά από χρόνια αναζήτησης στον Ταύγετο και το Καϊμακτσαλάν βρήκα τρόπο να αντιμετωπίσω την ατμοσφαιρική μόλυνση και θέλω να το μοιραστώ κι αυτό όπως και τα χρέη μου μαζί σου. Έβαλα στην εφαρμογή κάπου στη μέση των πόλεων που παρακολουθώ το Νέο Δελχί. Σοφή επιλογή, γιατί και μπροστά στην ώρα είναι, άρα πάντα έχει υψηλότερη θερμοκρασία (βλέπω εγώ τα τριαντάρια την άνοιξη και δροσίζομαι που έχουμε είκοσι εννέα) και πάντα στα κόκκινα και τα εκατοπενηντάρια στην ποιότητα αέρα έχει. Ανοίγω το παράθυρο και εισπνέω χαμογελώντας τα μικροσωματίδια τα δικά μας, τα κατά δέκα τοις εκατό χαμηλότερα από το Νέο Δελχί. Πφ... Σαν τη Χαλκιδική δεν είχε, έχει και δεν θα ματά έχει, το έλεγε κι ο μέγας μάλαξ ο Αλέξανδρος. Ίσως. Κι ας είναι γεμάτοι με μασκοφόρους του παλιού ιού με πλαστικό μετάλλιο στο χέρι γεμάτο εσπρέσο λάτε κορτάντο μακιάτο αν και φερμέντεντ με διασπώμενο και ελάχιστο μασώμενο καλαμάκι. Καλύτερα να πας για σουβλάκι όπως ο πρόεδρος με τον φίλο του στην καλύτερη καντίνα της παραλιακής κι ακόμα παραπέρα. Αν δεν έχεις στόχο να ξεπεράσεις στην ηλιθιότητα εκείνον τον Έλλην Οικολόγο, που είχε καταδικαστεί σε κάθειρξη 37 χρόνων για καταπάτηση χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων, τότε μην προσπαθήσεις καν. Έλα να το πάρεις εσύ, τεράστιο σουβλάκι - στη μισή τιμή. Αγάπη, Μόλυνση και Σουβλάκι. Τσικνοπέμπτη κάθε μέρα.

Είναι εύκολο και για σένα ακόμα να συμμετέχεις απαξιωτικά σε συζητήσεις με οποιοδήποτε θέμα. Α. αν είναι κάτι που δεν καταλαβαίνεις, αναφέρεις με στόμφο... τι παραλήρημα είναι αυτό! (δεν περιμένεις απάντηση, ξεκάθαρα δεν πρέπει να αφήσεις ανοιχτή τη συζήτηση γιατί θα εκτεθείς) Β. αυτό είναι δοκίμιο! (αμέσως αλλάζεις θέμα γιατί δεν σε ενδιαφέρει καθόλου και προτιμάς κάθε στιγμή της ημέρας ένα γιαουρτάκι ελαφρύ με χαμηλά λιπαρά να συνοδεύει το καραμανλίδικο λουκάνικο σου).

Να φτιάξεις το νέο; Καλύτερα να αντιγράψεις το παλιότερο. Υπάρχει τεράστιο στοκ ιδεών. Που να τρέχεις τώρα. Τόσα ξεμείναν στο ράφι, γεροντοκόρες ιδέες και απούλητα σκατά. Με το κατάλληλο μάρκετινγκ δεν θα μυρίζουν άσχημα. Θα πουλήσουν γρήγορα και μετά βουρ στον επόμενο πατσά. Σε μια ήπειρο πανηγύρι με μπλόκα αγροτο-καρναβαλιστών το σίγουρο είναι ότι η κεραμική εστία δεn μαγειρεύει καλύτερα, δεν καθαρίζει καλύτερα, δεν είναι αντικειμενικά πιο όμορφη, δεν δεν δεν... Θα σου συστηθώ ως εκπρόσωπος Συνασπισμού για την Προώθηση του Θορύβου στα Όμορα (ή μωρά) Κράτη. Δεν έχεις κάποιο θέμα να με δεχθείς στην εντοιχισμένη κουζίνα σου, έχεις; Εδώ αποδέχτηκες, ασπάστηκες και προσκύνησες μυριάδες Χριστιανικά Ούφο, θα κωλώσεις σ' έναν φόνο εκ προμελέτης που είναι και εκ περιτροπής;

Μέχρι τώρα να έχεις ζήσει όπως σου ζήτησαν, με τον απλό, λειτουργικό τους τρόπο... τον σκουληκίσιο. Δεν πιστεύεις πια ότι είσαι ένας οργισμένος, το ξες ότι είσαι ένας βλαμμένος. Σήκωνε τηλέφωνα. Περίμενε. Πήγαινε επισκέψεις. Κάνε δώρα. Να είσαι ευγενικός. Μη ζητάς. Ζητιάνεψε. Πάρε ότι σου δώσουν. Ήλπιζε. Ημι-ζήσε. Ήδη έχεις πρωθυπουργό που γλίτωσε τη βόμβα. Για πάντα πολιτικό πρόβατο, επέλεξε να φας με τη μαμά του / της άλλου αντί για το θέατρο. Κορόιδεψε αντί να συζητήσεις. Μάθε αγγλικά για να μπεις στο δημόσιο. Πες τον πατερούλη να σε βάλει στη δουλειά του θείου. Ζήτα επιδόματα. Ζήτα κι άλλα επιδόματα. Πάρε από τους συγγενείς. Πάρε... Φάε... Ζήτα... Ζεις!

nada

ξες... κάποιος θα μπορούσε να πει (το μόνο εύκολο πάντα κάποιος να κάνει αντίλογο), μα καλά, δουλειά αυτών είναι να εναντιωθούν; δουλειά τους είναι να κάνουν κάτι; αυτοί ας φτιάξουν τις μουσικές τους - ας κάνουν τις πιτσιλιές τους - ας γράψουν κάνα ποίημα - κι ας αφήσουν χώρο στους πολιτικούς να φτιάξουν τα πράγματα. ας ψηφίσουν ότι θέλουν και μετά ας κάνουν ότι λέει ο δημοκρατικός λαός (μας). // και φυσικά, μπορεί έλλην, και μοναδικός εκ των δυο, νομπελίστας να μη μιλούσε, αυτό από μόνο του δεν γίνεται λήμμα σε ψηφιακή εγκυκλοπαίδεια ότι πάσας γραφιάς μένει μουγγός και χαζός; // κι όσο ο αντίλογος συνεχίζεται, και ποιοι τους ακούν αυτούς μωρέ; τους έγραψε καμιά εφημερίδα τύπου [G]lifo; είναι στις τάσεις; τους ξέρει ή τους αποκήρυξε κι η μάνα τους; // ποιος συμβολαιογράφος έχει διαθήκη στα μέτρα τους; // να σ' αφήσουν στην άκρη. // ούτε καν στο ράφι. // εκεί μπορεί ν' απλωθεί κάποια στιγμή κάνα χέρι και να πιάσει τη μολότοφ του ήχου - των λέξεων αλλά όχι της εικόνας, αυτή η εικόνα έπαψε πια να μπορεί να γίνει επαναστατική, δεν μπορεί να σκάσει στα χέρια των δικολάβων - των δοσίλογων - των Δημητράδων (αυτών που μ' ένα Αλέξη κάνουν πεσκέσι στο αύριο). // πόσο γελοίο ακούγεται να πρέπει ο δημιουργός των τεχνών να σταθεί όρθιος, μια που αρκετοί εξ αυτών γνωρίζουν το οκλαδόν ή το πρηνηδόν μόνο εξ ακοής. // πως να πάρουν φόρα για να φτάσουν στον ουρανό; // πως να μιλήσουν στο κοινό όταν το προσκυνάνε; είναι συνετό να κάνεις μουσική πρώτα ή μετά τις γνωριμίες; // καλύτερα να φτιάξεις τα χρώματά σου ή τους φίλους σου; // τελικά τα δίχτυα της δικτύωσης τους χωράνε όλους, σιωπηλούς και μουγκούς. // κι ας νιώθουν οι ελάχιστοι δυσλειτουργικοί. έτσι πάει... // αλλιώς θα τα έκανες όλα στις κοινόχρηστες τουαλέτες. // αναρωτιέσαι σε κείνο το πανηγυράκι με πρώτο τον Καραγκιόζη πόσοι χωρέσανε; // καλέ... // όλα τα μιλιούνια κι ακόμα περισσότερα. // γι' αυτό κανείς δε μιλάει; // γι' αυτό οι άνθρωποι της τέχνης μείνανε στα εγκαίνια, στα μπαράκια και κάτω από τη στέγη να μη βραχούν. // δε βράζουν. // δεν έχουν αίμα.//  έχουν κρυπτο-αίμα. δεν έχουν έμπνευση. // έχουν σκρολο-έμπνευση. // ανήκουν