Τα παιδιά μεγαλώνουν σιωπηλά. Όχι με εκείνη την ησυχία του δάσους. Αρνούνται να επικοινωνήσουν. Κρατάνε συλλογές από παιδικές αναμνήσεις. Μαζί με αυτοκινητάκια, κάρτες, καλώδια ή τις πρώτες τους κάλτσες. Στο αυτοκίνητο από τον παιδικό σταθμό μέχρι την αίθουσα δεξιώσεων δεν αλλάζει τίποτα. Ίδιες συζητήσεις, αδιάφορες ανησυχίες. Μία φωτογραφία με μία ατάκα βγαλμένη από την εποχή των πλαστικών λουλουδιών - Πρόσεχε... Για πάντα... Η ζωή... κτλ... Ένα βήμα πίσω, σημαίνει ένα βήμα πίσω. Πολλές φορές από εκεί η άβυσσος δεν απέχει καθόλου. Μια βουτιά, χωρίς τον κίνδυνο της δηλητηριώδους μέδουσας, απλά πτώση, λάμψη, κενό και μετά ότι και πριν, χρόνος χωρίς καταγραφή. Ακόμα κι αυτοί που γράφουν δεν είναι σίγουροι γιατί το κάνουν. Ψάχνουν σκοπό, όπως τότε στις εξετάσεις. Το θέμα είναι αυτό και τώρα κατανοήστε και αναλύστε. Η κασέτα προχωράει με τη βοήθεια του μολυβιού. Και σήμερα είναι και τα δύο αυτά αντικείμενα άχρηστα, πεταμένα στο σεντούκι με τις νεανικές, σκούρες κι ανθεκτικές τρίχες. Το φεγγάρι μεγαλώνει και μετά από λίγο χάνεται. Όχι. Η όραση αυξομειώνεται και η ζωή μετά από λίγο χάθηκε.
Κυριακή 28 Ιουνίου 2026
Πέμπτη 21 Μαΐου 2026
ας γράψουμε κάτι
κάτι Α': σε κάποια στιγμή περπατούσα γρήγορα και έτρεχα αργά στο δημοτικό στάδιο της επαρχιακής πόλης που μεγάλωσα κι εργαζόμουν έπειτα από ένα μικρό διάλειμμα, προσπαθούσα να το κάνω ενδιαφέρον και άκουγα μουσική μέσα από ένα απαρχαιωμένο σύστημα αναπαραγωγής - κάτι ανάμεσα σε αναλογικό και ψηφιακό μαζί - ένα mini disc με δικά μου αυτοσχέδια δισκάκια, χτύπησε το τηλέφωνο και το βρήκα καλή ευκαιρία να χαλαρώσω μιλώντας με έναν παλιό φίλο και παράλληλα να κινούμαι... μετά το "έλα" η πιο συχνή ανταπόκριση είναι "που είσαι;" - το ίδιο συχνά νευριάζω, αλλά εκείνη τη φορά απάντησα με περιγραφική ειλικρίνεια "σε ένα γήπεδο και τρέχω", για να λάβω την αφοπλιστική διάγνωση "κατάθλιψη έχεις;"... όλοι οι άνθρωποι κάποια στιγμή θέλουν να γράψουν, ένα παραμύθι αν είναι γυναίκες και τους έχουν περάσει (κυρίως οι μάνες - αδερφές - προϊσταμένες - φίλες - ερωμένες) ότι δεν μπορούν να ασχοληθούν με την τέχνη, ένα ιστορικό βιβλίο αν είναι άντρες που πάντα είχαν μια ευαίσθητη πλευρά αλλά την καταπίεζαν και τώρα που φτάνει το τέλος και οι γιατροί - οι μάνες - οι κόρες - οι σύζυγοι τους έχουν απαγορεύσει τα τσίπουρα, τα ταξίδια με καπνισμένα οχήματα, την αχαλίνωτη ρετσίνα κτλ οπότε και έχουν χρόνο επιτέλους να συγγράψουν το αριστούργημά τους που στηρίζεται στο παρελθόν, λίγη ποίηση για κάθε πικραμένο, ένα τραγούδι για κάθε πικραμένο με περίσσια αισιοδοξία και γενικά όλοι οι άνθρωποι κάποια στιγμή θέλουν να γράψουν κι αυτές οι στιγμές είναι πολλές περισσότερες από τις άλλες που νιώθουν την ανάγκη να διαβάσουν, πίκρα, παρόλα αυτά πάντα υπάρχει χρόνος για γκρίνια - κριτική - υπερανάληψη και μετάληψη
κάτι Β': μέσα σ' αυτές τις σκέψεις περάσαν το σκοτεινό δάσος και βρήκαν τα φανταστικά μανιτάρια και οι τρεις διαφορετικές θέσεις εργασίας. πρώτη περίπτωση: χειρονακτική εργασία, τέρμα κάτω στη γαλέρα, κάτω κι από το νερό, προσπαθούν να τραβήξουν κουπί όταν από πάνω τους πέφτουν κάθε λογής σκατά. δεύτερη περίπτωση: εξυπηρέτηση πελατείας, στο ύψος του κύματος, τραβάνε κουπί στη γαλέρα σε κάθε συνθήκη καιρού, αν ο θεός έχει κέφια αυτοί είναι η διασκέδασή του, αν οι άνθρωποι είναι παντελώς κακοί και ηλίθιοι αυτοί είναι υποχρεωμένοι να χαμογελούν, συνήθως γεννοβολούν περιορισμένα και λίγο πιστεύουν στην ανώτερη ύπαρξη κατά τη διάρκεια των διακοπών τους. τρίτη περίπτωση: οι υπόλοιποι, λευκά κολάρα σε έναν κόσμο που αποτελούν την κινητήριο δύναμή του - γιατί καταναλώνουν, δεν σκέφτονται, απλά ξοδεύουν - αποτελούν τους εργαζόμενους που βασανίζουν τη δεύτερη περίπτωση απαιτώντας ποιότητα στην εξυπηρέτηση και θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα ευχάριστο κανιβαλιστικό γεύμα για την πρώτη περίπτωση - αρκεί απλά να σήκωναν λίγο κεφάλι...
Λυδία την είπαν από το μοναστήρι της Αγίας που χάσκει σαν χάρος πάνω από την Ασπροβάλτα. Σ' εκείνον τον κάκιστο τόπο πηδούσε κάθε βράδυ πριν το 15αύγουστο και λίγο μετά ο στρατιωτικός πατέρας την άεργη μάνα μπας και βάλει κι η Αγία το μικρό κι αθώο χεράκι της και σπρώξει κανά σπερματοζωάριο πιο μέσα στο κόλπο της wanna-be μανούλας. Ήταν κατά τη διάρκεια των ετήσιων διακοπών μίας εβδομάδος ακριβώς δίπλα στις εγκαταστάσεις αναψυχής του στρατεύματος. Όταν πια συνέβη το ποθητό μοιραίο κι εγκαστρώθη μετά κρίνων και άνευ χαπιών, πήρε ο soon-to-be πατερούλης στρατιωτικός την πεθερά και την πήγε στην ξακουστή ταβέρνα του κυρ-Γαμοσταυρίδη για να φάνε μύδια από τις καλλιέργειες λίγο παραπέρα στα μεταλλεία του Στρατωνίου. Η Λυδία μεγάλωσε κι έγινε μια καλή θεούσα με ότι αυτό σημαίνει για τον οποιοδήποτε. Επίσης η ταβέρνα του κυρ-Γαμοσταυρίδη υφίσταται ακόμη όπως και το τυπογραφείο με τις ανήλικες Χριστιανές σκλάβες παραπάνω στο ευλογημένο από όλες τις κυβερνήσεις μοναστήρι της Ασπροβάλτας. Τέτοια είδε στο μέλλον της κοινωνίας ο κακόμοιρης και άρχισε να περπατά στη θάλασσα με τα λύματα για να απομακρυνθεί απ' αυτούς.