Τα παιδιά μεγαλώνουν σιωπηλά. Όχι με εκείνη την ησυχία του δάσους. Αρνούνται να επικοινωνήσουν. Κρατάνε συλλογές από παιδικές αναμνήσεις. Μαζί με αυτοκινητάκια, κάρτες, καλώδια ή τις πρώτες τους κάλτσες. Στο αυτοκίνητο από τον παιδικό σταθμό μέχρι την αίθουσα δεξιώσεων δεν αλλάζει τίποτα. Ίδιες συζητήσεις, αδιάφορες ανησυχίες. Μία φωτογραφία με μία ατάκα βγαλμένη από την εποχή των πλαστικών λουλουδιών - Πρόσεχε... Για πάντα... Η ζωή... κτλ... Ένα βήμα πίσω, σημαίνει ένα βήμα πίσω. Πολλές φορές από εκεί η άβυσσος δεν απέχει καθόλου. Μια βουτιά, χωρίς τον κίνδυνο της δηλητηριώδους μέδουσας, απλά πτώση, λάμψη, κενό και μετά ότι και πριν, χρόνος χωρίς καταγραφή. Ακόμα κι αυτοί που γράφουν δεν είναι σίγουροι γιατί το κάνουν. Ψάχνουν σκοπό, όπως τότε στις εξετάσεις. Το θέμα είναι αυτό και τώρα κατανοήστε και αναλύστε. Η κασέτα προχωράει με τη βοήθεια του μολυβιού. Και σήμερα είναι και τα δύο αυτά αντικείμενα άχρηστα, πεταμένα στο σεντούκι με τις νεανικές, σκούρες κι ανθεκτικές τρίχες. Το φεγγάρι μεγαλώνει και μετά από λίγο χάνεται. Όχι. Η όραση αυξομειώνεται και η ζωή μετά από λίγο χάθηκε.
[Το σκηνικό είναι πολύ απλά κατασκευασμένο. Μπαίνεις σ' ένα τυχαίο σπίτι, για παράδειγμα το δεύτερο από δεξιά μόλις σταματήσει το ασανσέρ ενδιάμεσα του τρίτου με το υπόγειο. Μόλις η πόρτα μισανοίξει αρχίζεις να μονολογείς με θέμα την ηλεκτροδότηση της σωτηρίας του παραδείσου (οικισμός Χαλκιδικής για τους αμαθείς). Το λόγια πάνε κάπως έτσι, αλλά όχι απαραίτητα.]
Είμαι αγράμματος. Ότι προσπαθώ δεν είναι παρά χάρτινες βαρκούλες πεταμένες στα απόνερα της καλοκαιρινής βροχής. Οι περαστικοί δεν σταματάνε ούτε ένα τους βλέμμα. Κι εκεί στην απέναντι γωνία στέκεται το κοριτσάκι με τα νοτισμένα σπίρτα και περιμένει, όλο περιμένει, το πρώτο χιόνι, τις γιορτές της αγάπης. Περνάνε οι μήνες, σαν τα βαπόρια που 'ναι φορτωμένα δέματα πλαστικά, δεμένα με σακούλες νάυλον και παραγεμισμένα με ψόφια ντέρτια. Το ραδιόφωνο δεν υπάρχει πια κι όμως τ' ακούω. Είναι η φωνή που κάνει παρέα, όπως το ετήσιο τσίμπημα μέλισσας, όπως εκείνο το παραθυρόφυλλο που στενάζει μερικές φορές και τότε καταλαβαίνω ότι φυσάει.
[Απότομα ένας προφήτης εμφανίζεται να σκαλίζει μετά μανίας λέξεις φοινικικού αλφαβήτου διανθισμένου με λίγα κυριλλικά σε πέτρινες πλάκες αγορασμένες άνευ τελωνίου από τεμού. Στο τρίτο μέλος του επάνω κρέμονται στραβοχυμένα δύο σύγχρονα κομποσχοίνια διαβασμένα κι ιερά εξετασμένα, τίποτα δεν έχουν.]
Όλα αυτά είναι μια διαφορετική εισαγωγή τύπου "Ρούφα την, Πριν σε Ρουφήξει", όπου κατά πάθος έγινε παράληψη της λέξης Ζωή κάπου εκεί ανάμεσα. Ο λόγος είναι ότι εγώ δεν κατάφερα να κουμπώσω το νέου τύπου κομποσχοίνι στον υπερμεγέθη... καρπό μου. Ο έμπειρος προφήτης είν' αλλιώς. Το συνοδευτικό λευκό πλαστικό κινέζικο μπουκαλάκι αγιασμού που δεν παλιώνει, δεν μουχλιάζει, δεν γιατρεύει κάνει παρέα στα φρεντουλίνια του κάτω από το νεροχύτη του πλυσταριού.
[Απότομα χυμάει από τον φεγγίτη η μάνα, ούτε του Ρώσου συγγραφέα ούτε κι άλλη το κρύο νερό, η μ@ν@ που ξέρει κι έτσι τα πάντα λήγουν, τα πάντα με τη σοφία της τελειώνουν, γιατί είναι μόνο μία κι αυτή ξέρει καλύτερα τι χρειάζεται για σένα. Στο φέρετρο να τοποθετηθεί η τελική λίστα - προσευχή.]
