Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

ας γράψουμε κάτι

κάτι Α': σε κάποια στιγμή περπατούσα γρήγορα και έτρεχα αργά στο δημοτικό στάδιο της επαρχιακής πόλης που μεγάλωσα κι εργαζόμουν έπειτα από ένα μικρό διάλειμμα, προσπαθούσα να το κάνω ενδιαφέρον και άκουγα μουσική μέσα από ένα απαρχαιωμένο σύστημα αναπαραγωγής - κάτι ανάμεσα σε αναλογικό και ψηφιακό μαζί - ένα mini disc με δικά μου αυτοσχέδια δισκάκια, χτύπησε το τηλέφωνο και το βρήκα καλή ευκαιρία να χαλαρώσω μιλώντας με έναν παλιό φίλο και παράλληλα να κινούμαι... μετά το "έλα" η πιο συχνή ανταπόκριση είναι "που είσαι;" - το ίδιο συχνά νευριάζω, αλλά εκείνη τη φορά απάντησα με περιγραφική ειλικρίνεια "σε ένα γήπεδο και τρέχω", για να λάβω την αφοπλιστική διάγνωση "κατάθλιψη έχεις;"... όλοι οι άνθρωποι κάποια στιγμή θέλουν να γράψουν, ένα παραμύθι αν είναι γυναίκες και τους έχουν περάσει (κυρίως οι μάνες - αδερφές - προϊσταμένες - φίλες - ερωμένες) ότι δεν μπορούν να ασχοληθούν με την τέχνη, ένα ιστορικό βιβλίο αν είναι άντρες που πάντα είχαν μια ευαίσθητη πλευρά αλλά την καταπίεζαν και τώρα που φτάνει το τέλος και οι γιατροί - οι μάνες - οι κόρες - οι σύζυγοι τους έχουν απαγορεύσει τα τσίπουρα, τα ταξίδια με καπνισμένα οχήματα, την αχαλίνωτη ρετσίνα κτλ οπότε και έχουν χρόνο επιτέλους να συγγράψουν το αριστούργημά τους που στηρίζεται στο παρελθόν, λίγη ποίηση για κάθε πικραμένο, ένα τραγούδι για κάθε πικραμένο με περίσσια αισιοδοξία και γενικά όλοι οι άνθρωποι κάποια στιγμή θέλουν να γράψουν κι αυτές οι στιγμές είναι πολλές περισσότερες από τις άλλες που νιώθουν την ανάγκη να διαβάσουν, πίκρα, παρόλα αυτά πάντα υπάρχει χρόνος για γκρίνια - κριτική - υπερανάληψη και μετάληψη

κάτι Β': μέσα σ' αυτές τις σκέψεις περάσαν το σκοτεινό δάσος και βρήκαν τα φανταστικά μανιτάρια και οι τρεις διαφορετικές θέσεις εργασίας. πρώτη περίπτωση: χειρονακτική εργασία, τέρμα κάτω στη γαλέρα, κάτω κι από το νερό, προσπαθούν να τραβήξουν κουπί όταν από πάνω τους πέφτουν κάθε λογής σκατά. δεύτερη περίπτωση: εξυπηρέτηση πελατείας, στο ύψος του κύματος, τραβάνε κουπί στη γαλέρα σε κάθε συνθήκη καιρού, αν ο θεός έχει κέφια αυτοί είναι η διασκέδασή του, αν οι άνθρωποι είναι παντελώς κακοί και ηλίθιοι αυτοί είναι υποχρεωμένοι να χαμογελούν, συνήθως γεννοβολούν περιορισμένα και λίγο πιστεύουν στην ανώτερη ύπαρξη κατά τη διάρκεια των διακοπών τους. τρίτη περίπτωση: οι υπόλοιποι, λευκά κολάρα σε έναν κόσμο που αποτελούν την κινητήριο δύναμή του - γιατί καταναλώνουν, δεν σκέφτονται, απλά ξοδεύουν - αποτελούν τους εργαζόμενους που βασανίζουν τη δεύτερη περίπτωση απαιτώντας ποιότητα στην εξυπηρέτηση και θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα ευχάριστο κανιβαλιστικό γεύμα για την πρώτη περίπτωση - αρκεί απλά να σήκωναν λίγο κεφάλι...

κάτι σαν Εισαγωγή (όπως είχε γραφεί λίγες μέρες πριν με βάση πραγματικά γεγονότα διακοπών):
Λυδία την είπαν από το μοναστήρι της Αγίας που χάσκει σαν χάρος πάνω από την Ασπροβάλτα. Σ' εκείνον τον κάκιστο τόπο πηδούσε κάθε βράδυ πριν το 15αύγουστο και λίγο μετά ο στρατιωτικός πατέρας την άεργη μάνα μπας και βάλει κι η Αγία το μικρό κι αθώο χεράκι της και σπρώξει κανά σπερματοζωάριο πιο μέσα στο κόλπο της wanna-be μανούλας. Ήταν κατά τη διάρκεια των ετήσιων διακοπών μίας εβδομάδος ακριβώς δίπλα στις εγκαταστάσεις αναψυχής του στρατεύματος. Όταν πια συνέβη το ποθητό μοιραίο κι εγκαστρώθη μετά κρίνων και άνευ χαπιών, πήρε ο soon-to-be πατερούλης στρατιωτικός την πεθερά και την πήγε στην ξακουστή ταβέρνα του κυρ-Γαμοσταυρίδη για να φάνε μύδια από τις καλλιέργειες λίγο παραπέρα στα μεταλλεία του Στρατωνίου. Η Λυδία μεγάλωσε κι έγινε μια καλή θεούσα με ότι αυτό σημαίνει για τον οποιοδήποτε. Επίσης η ταβέρνα του κυρ-Γαμοσταυρίδη υφίσταται ακόμη όπως και το τυπογραφείο με τις ανήλικες Χριστιανές σκλάβες παραπάνω στο ευλογημένο από όλες τις κυβερνήσεις μοναστήρι της Ασπροβάλτας. Τέτοια είδε στο μέλλον της κοινωνίας ο κακόμοιρης και άρχισε να περπατά στη θάλασσα με τα λύματα για να απομακρυνθεί απ' αυτούς.
 
κάτι Γ': o δήμαρχος είχε γράψει μια έκθεση στο Δημοτικό ότι ήθελε να γίνει τραυματιοφορέας. Άοσμος οπλίτης στο κόμμα, έγινε δήμαρχος. Δεν αποτελούσε κίνδυνο για κανένα βουλευτή ή φερέλπη σφετεριστή δημοσίου χρήματος. Στις ώρες που καθόταν στο φθαρμένο δημοτικό έδρανο συμπλήρωνε τους τόνους στην ποιητική του συλλογή με τίτλο Ο Θερινός Σφραγιδόλιθος και διαλογιζόταν για την αφιέρωση. Στη σύζυγο; Μήπως καλύτερα στη Μητέρα; Στο Θεό; Αλλά επειδή είχε και κοινωνικό χαρακτήρα να το αφιέρωνε στον Πρόεδρο; Ο δήμαρχος κάθε καλοκαίρι πήγαινε στο εξοχικό των γωνιών στο πρώτο πόδι. Εκεί μια φορά μπερδεύτηκε και αντί για σεμινάριο του κόμματος πήγε σε ένα για συνοδεία φωνητικής και κλασικό πιάνο. Έφυγε κατευχαριστημένος με μια φιλόλογο για γυναίκα που είχε θείο ένα λοχία στο οχυρό Ρούπελ. Θα έσκαγαν οι άλλοι στο κόμμα. Στη συνέχεια άνοιξε το τελευταίο συρτάρι, έβγαλε τον παλιό χαρτοκόπτη, σκούπισε την κοφτερή πλευρά με τα δάχτυλα πασπαλισμένα με άχνη σκόνη από την κερασμένη Σερραϊκή μπουγάτσα, κοίταξε για ένα δευτερόλεπτο το περιστέρι που έχεζε στο περβάζι και αυτοκτόνησε με τον τρόπο του Elliott Smith

κάτι ακόμα: τι ωραία... τα μικρότερα παιδιά φοράνε τα ρούχα των μεγαλύτερων, τα παπούτσια τα μεταχειρισμένα, τους γκόμενους τους δοκιμασμένους στο δασάκι και τις επαρχιώτικες συσκευές επικοινωνίας. με αυτόν τον μεγαλειώδη τρόπο κατάφερναν στα παλιά χρόνια να διατηρούν τις οικογενειακές δομές ανέπαφες από τον εισαγώμενο καπιταλιστικό σκώληξ. σήμερα η κατάσταση έχει ξεφύγει κάθε έλεγχο και η πάλαι ποτέ ελληνορθόδοξη και φρέσκια εκ τετρακοσίων χρόνων σκλαβιάς κοινωνίας βουτάει το κρουασάν σε κόκα (κόλα) και η μέρα ξεκινάει με μια φώτο με τα χείλη εμπρός