Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

Jandek — Αδιάπλαστο Σύμπαν #0745-0747 / 1983-84 [3]

Ημερολογιακή καταγραφή έβδομη / 0745

Your Turn To Fall, Primary, 1 of 4

3 Ιουνίου 1983 — σαν να ξύπνησα μέσα σε κάποιον άλλον, λευκό και απολιτικό 

Το Your Turn to Fall δεν ανοίγει πόρτα· ανοίγει διάδρομο. Μακρύ, στενό, κάπως υγρό. Το εξώφυλλο — μια ακόμη λευκή, αινιγματική αποτύπωση ενός σημείου εσωτερικού χώρου — μοιάζει να έχει τραβηχτεί μέσα από όνειρο που δεν ήθελε να το θυμηθεί κανείς. Καμία λεπτομέρεια δεν θέλει να σταθεί ακίνητη. Τα πάντα έχουν λουστεί με αντισηπτικό μελλοντικής αρρώστιας. Το φως λυγίζει, το πρόσωπο αποφεύγει να υπάρξει, μια πολυθρόνα, μια θήκη, και το χρώμα στάζει σαν ξεχασμένο συναίσθημα στο άσπρο γραφείο. Παρόλα αυτά νιώθω αυτή τη φωτογραφία να την έχω ξαναδεί. Και τους ήχους να τους έχω ξανακούσει. Ένα καθόλου πρωτότυπο συναίσθημα πλημμυρίζει τα ηχεία και τις μνήμες μου. Φωνάξτε τους υφιστάμενους, ξεχωρίστε τους κοντόφθαλμους συνανθρώπους από την υπερβολή καθήκοντος. Καταπατήστε όρκους, πρωτόκολλα και παραδόσεις. Εδώ υπάρχει η υπόσχεση για γρήγορη επάνοδο και άμεση πτώση. 

"Liquids Flow To The Sea", αργά κυλά η εισαγωγή σαν θαλάσσιο σύννεφο που δεν αγγίζει το έδαφος· μια ροή που υπόσχεται λύτρωση, αλλά οδηγεί μόνο βαθύτερα μέσα στο αέρινο σώμα. "Elementary Talk" και αμέσως μετά "John Plays Drums" όπου η κιθάρα χαμηλώνει λίγο, σαν να κοιτάζει γύρω της μέσα στο μισοσκόταδο, αφήνοντας τον ρυθμό να θυμίζει ότι κάτι ζωντανό υπάρχει ακόμη. Έτσι κι αλλιώς ο εκπρόσωπος μπορεί και έχει διάφορα πρόσωπα, άρα κι ονόματα. Το "You Don’t Have To Entertain Me" έχει το βάρος του τίτλου του: σκέψη που γίνεται άβυσσος, βήμα που αντί για λύτρωση σε ρίχνει πιο χαμηλά. Και το "If Your Fortune Fails You" — ειρωνικό σαν παραίσθηση — μια ψευδαίσθηση πρασίνου μέσα σε δωμάτιο χωρίς παράθυρα.

Εδώ, η φωνή του Jandek ακούγεται σαν να μιλά μέσα από ύπνο που δεν θέλει να τελειώσει. Δεν εξηγεί, δεν εξομολογείται· επιπλέει. Η κιθάρα ακουμπά πάνω στα λόγια σαν λεπτό στρώμα ομίχλης που προσπαθεί να κρατήσει το σχήμα του κόσμου, πριν αυτό διαλυθεί εντελώς. Μερικές χορδές πάλλονται, όχι τυχαία. Το Your Turn to Fall είναι όνειρο που σε έχει δει πριν το δεις και σε προειδοποιεί "I’ll Come Back". Σε αφήνει να περπατάς μέσα του ξυπόλυτος,χωρίς να ξέρεις αν το πάτωμα είναι χώμα, νερό, ή η σκέψη κάποιου άλλου.

Κι εγώ, ακούγοντας, νιώθω τον εαυτό μου να θολώνει. "Didn’t Have To Cry", όμως με τραβάει μια παλίρροια χωρίς θάλασσα, μία πτώση αργή, σχεδόν τρυφερή. Η θεϊκή κώφωση, η λογοτεχνική, καταγεγραμμένη πάνω στο γραφείο της φωτογραφίας. Έχω απομακρυνθεί, "About Today".

Your Turn To Fall, Secondary, 2 of 4 

Ημερολογιακή καταγραφή όγδοη / 0746

The Rocks Crumble, Primary, 1 of 4

12 Σεπτεμβρίου 1983 — μέσα σ’ ένα στενό ενδιάμεσο σημείο

Το εξώφυλλο του The Rocks Crumble σε υποδέχεται σαν την πολυπόθητη έξοδο από μια κακή παράσταση: ένα λιτό σετ τυμπάνων — αδιέξοδο — πίσω από έναν ξεφτισμένο τοίχο, κουρτίνες σχεδόν κλειστές, το φως εισχωρεί ασθενές, σαν να φοβάται μήπως αποκαλύψει πολύ περισσότερα από ότι επιθυμεί ο δημιουργός. Η εικόνα είναι θολή, σαν πρώτο σημάδι άνοιας και σου ξεφεύγει όταν προσπαθείς να την αγγίξεις. Κι εσύ το ξέρεις, λίγο οι πέτρες, λίγο τα τύμπανα, αυτός ο δίσκος θα είναι αλλιώς.

Η πρώτη νότα είναι το ξυπνητήρι, "Faceless", μπλε της θάλασσας και φωνή χωρίς πρόσωπο — μια ψυχή που παραπονιέται ότι κανείς δεν την ξεχωρίζει μέσα στο πράσινο της πόλης κι ακολουθούν "Birthday", σαν επανάληψη ενός κύκλου που δεν κλείνει· ένα τραγούδι που έχει υπάρξει ξανά, αλλά εδώ έχει βαρύτητα, ηλεκτρική και ψυχή σπασμένη. Αίσιο τέρας. Ο Jandek έχει τα blues μαζί του, στον έκτο δίσκο συγκεντρώνει ότι απέμεινε και τρομάζει τους παρευρισκομένους στο σαλόνι ενός ξύλινου πλοίου που βουλιάζει στα ανοιχτά.

Κι έπειτα έρχονται τρεις φορές τα ευρωπαϊκά του στολίδια και δυο φορές κάποια μηνύματα στο θυρωρό, ένα τσίμπημα θορύβου, μια έκρηξη που δεν ζητά συγχώρεση, μια πλήρης κι άγρια καταστροφή που έγινε γιορτή, τύμπανα πάλι (λιγότερο αθώα, καθόλου ρυθμικά), μια εντολή σε άδεια γλώσσα και μια εκδοχή της επανάληψης που γίνεται ψίθυρος, πιο σκοτεινός, πιο επίμονος — σαν να καλείς κάποιον που δεν πρόκειται ποτέ να απαντήσει, και τώρα δεν αρκούν τα δίλεπτα καλέσματα, χρειάζονται τα πεντάλεπτα χτυπήματα του καιρού.

Το "Breathtaker" κόβει την ανάσα· η κιθάρα φλέγεται, τα τύμπανα χτυπούν σαν μια καρδιά που δεν ξέρει αν θέλει να ζήσει και να φτάσει μέχρι το τέλος, εκεί όπου το "Lonesome Company" κλείνει τον κύκλο: η μοναξιά σαν σύντροφος, όχι σαν τιμωρία. Η φωνή του Jandek εδώ δεν είναι μόνη — είναι πολλαπλή. Τα τύμπανα που ακούς στο βάθος δεν συνοδεύουν· συγκρούονται. Σε αυτό το άλμπουμ, οι πέτρες δεν είναι πια άσβηστες — θρυμματίζονται, πέφτουν, διαλύονται σε σκόνη μπροστά στα πόδια σου καθώς χορεύεις. Χορεύεις; Εδώ μακριά στο σημείο The Rocks Crumble η αυταπάτη φτάνει στο πέρας της μαζί με το έτος 1983 : το σπίτι του παλιού κόσμου καταρρέει, και εσύ στέκεσαι στη μοναδική στιγμή χαλάρωσης του τέλους, ακούς τα συντρίμμια, περιμένεις τι και αν θα ξαναγεννηθεί.

Κι εγώ… εγώ περπατώ μέσα στο χάος, αναζητώντας την επόμενη ανάσα να καταγραφεί στην κασέτα ηχογράφησης, τα βήματα στο ξύλινο πάτωμα ή τους τοίχους που τρίζουν, την επόμενη νότα, κάτι που να με κρατήσει στα πόδια μου όταν οι πέτρες θα πέφτουν καιόμενες κι απέριττες. Μία ώρα παραπάνω ζωής αρκεί, μετά άλλη μία, μέχρι τα έτη να γίνουν περισσότερη ζωή με τον ίδιο τρόπο, "Lonesome Company"/ "Same Road".

The Rocks Crumble, Secondary, 2 of 4 

Ημερολογιακή καταγραφή όγδοη / 0747

Interstellar Discussion, Primary, 1 of 4

25 Μαρτίου 1984 — κεφάλαιο φόνος και προ-αστεία

Το εξώφυλλο του Interstellar Discussion είναι ένας καθρέφτης παλιών αισθημάτων: η φωτογραφία δείχνει ξανά ένα σετ τυμπάνων — ίδια τύμπανα από τον προηγούμενο δίσκο The Rocks Crumble, αλλά με νέο φως, ή αλλιώς με φως — χωρίς το snare. Δίπλα τους, ένα γραφείο γραφής, ακριβώς όπως στο Your Turn to Fall, και μια καρέκλα από νάγκαχαϊν, σαν θρόνος χωρίς βασιλιά. Προλαβαίνεις να επιστρέψεις... 

Ο πρώτος ήχος, "Starless", ανοίγει σαν καπάκι στο κενό του διαστήματος: μια σκέψη που δεν ανήκει ούτε εδώ ούτε εκεί. Το "Hey" είναι ένας άγριος χαιρετισμός προς την κοσμική μοναξιά. Στο "Why Did I Change a Word in the Last Song" ακούω έναν άνθρωπο που αναρωτιέται για τον εαυτό του · έχει αλλάξει, αλλά δεν ξέρει αν αυτός ο “καινούργιος-άλλος” ανήκει στη μελωδία και σε κάθε περίπτωση την άλλαξε τη λέξη; Το "Waltz in Two-Fourths Time" κινείται σαν βαλσάκι ανάμεσα σε πλανήτες: ο ρυθμός ίσως λάθος, ίσως τέλειος — δεν μπορώ να τον καταλάβω, αλλά αισθάνομαι το άπειρο στο ίδιο του το λάθος. Το "Call You the Sun" μοιάζει με προσευχή άθεου πολύτεκνου δολοφόνου ή drug dealer· θέλει να φωνάξει το φως, αλλά το φως είναι далеко, δεν ανταποκρίνεται εύκολα.

Στο "I Ain’t Got None" υπάρχει μια εξομολόγηση: τίποτα δεν είναι δικό του, ούτε οι λέξεις ούτε οι νότες. Η στιγμή "Spirit" έρχεται μετά, σαν ηχώ της ίδιας ψυχής, πνεύμα που ταξιδεύει με αργό ρυθμό ανάμεσα στα αστέρια μέχρι το "Rifle in the Closet" όπου μια απειλή που κοιμάται στο σκοτάδι... ξυπνά· κάτι κρύβεται, κάτι φοβάται να βγει στο φως.

Το "Sung" ακούγεται σχεδόν σαν ψιθύρισμα, μια φωνή τραγουδισμένη με το πάσο του κενού ή τα τελευταία λόγια του προσεχώς νεκρού. Το "Ha Ha" μπορεί και να είναι ειρωνικό — γέλιο που δεν χαίρεται, χαμόγελο που διώχνει τη μοναξιά μόνο για μια στιγμή μέχρι "Customary" που μοιάζει με συνήθεια · μια επανάληψη ύπαρξης, επαναλαμβανόμενη διακοπτόμενη συνουσία, αναπόφευκτη.

Το "May 7, 9:15 A.M." (από πέρυσι) είναι στιγμή· ημερομηνία και ώρα σαν συντεταγμένες στο διάστημα της ύπαρξης, σαν τίμημα για τη μάθηση που ξέχασες στο νηπιαγωγείο, μέχρι το "Situations" όπου νιώθω πως οι καταστάσεις γίνονται καθρέφτες θρυμματισμένοι, κρύβοντας όχι μόνο ό,τι έχει συμβεί, αλλά ό,τι φοβάται να συμβεί. Και στο "Couldn’t Be a Reader" διαβάζω το άχρηστο, τη μοναξιά και τους κούφιους ξύλινους τοίχους που σαν τραπουλόχαρτα κρατάν το μάγο μέσα: δεν μπορεί να διαβάσει τον άλλον, ούτε τον εαυτό του. Τέλος, το "Kick" στα τέσσερα ακριβώς λεπτά του έρχεται σαν εκτόξευση — χτύπημα, απογείωση, πτώση και ολοκλήρωση των ηχητικών χαϊκού. 

Οι ήχοι εδώ είναι πιο σύνθετοι, πιο απλωμένοι, ασυνεπείς πάλι και ανεπίκαιρα προσχεδιασμένοι στο διάστημα της έκπληξης, της πλήξης και του απείρου. Η φωνή του Jandek γίνεται οδηγός σε ένα ταξίδι χωρίς νόμους, χωρίς βαρύτητα. Η κιθάρα και τα τύμπανα δεν συνοδεύουν· δημιουργούν ένα τοπίο που δεν είναι γήινο. Το Interstellar Discussion είναι ένας διάλογος με το άπειρο: ουδέν νεότερο, μονόλογος και απάντηση ταυτόχρονα. Κι εγώ, μέσα σε αυτή τη σιωπή των άστρων, αισθάνομαι πως ίσως υπάρχω — όχι σαν άνθρωπος, αλλά σαν μια σημείωση σε χάρτινο καραβάκι που ταξιδεύει για πάντα. 

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025

Jandek — Αδιάπλαστο Σύμπαν #0742-0744 / 1982 [2]

 Ημερολογιακή καταγραφή τέταρτη / 0742

3 Μαρτίου 1982 — νύχτα χωρίς κατεύθυνση

Το εξώφυλλο του Chair Beside a Window μοιάζει με αναμνηστική φωτογραφία ενός ονείρου που διαλύεται. Δεν είμαι έτοιμος για αυτό, κανένας δεν ήταν. Πρόοδος; Το πρόσωπο — αν είναι πρόσωπο, θα μπορούσε να είναι μια μεγένθυνση ψυχής από το μέλλον — κοιτάζει αλλού, όχι για να αποφύγει, αλλά γιατί δεν υπάρχει πια τίποτα να δει. Κιόλας. Η καρέκλα, το παράθυρο· επανέρχονται σαν φαντάσματα από το πρώτο όραμα. Μόνο που τώρα ο αέρας είναι πιο ψυχρός, σχεδόν μεταλλικός. Αυτή τη φορά τα χτυπήματα είναι τρία, αρκούν οι προηγούμενες προειδοποιήσεις, τρία μέσα στο ίδιο έτος, αλφαβητική κατανομή. Στο οπισθόφυλλο χρησιμοποιείται μια γοτθική γραμματοσειρά, με ή χωρίς αιτία, κατά λάθος ή σκόπιμα — όπως όλα σε αυτό το σύμπαν.

Το "Down in a Mirror" είναι το απόλυτο σημείο τρυφερής σιωπής — ο ήχος της αντανάκλασης χωρίς μορφή. Οι παύσεις έχουν δύναμη. Διέγερση, αδιαφορία, ναυτία — τόσο νωρίς; Είναι μαζί με το Later On μια οδύσσεια σπιτικής μοναξιάς κι ηχογραφήσεων; "European Jewel" ηλεκτρική επαναφορά. Εξομολογείται σχεδόν τραγουδιστά στο "Poor Boy" ότι "You Think You Know How To Score". Ενώ στο "Nancy Sings" απαντάει και φέρνει μια φωνή ξένη, γυναικεία, που μοιάζει με προσευχή μέσα σε εγκαταλειμμένο δωμάτιο. Δεν προηγήθηκαν οδηγίες. Η παρουσία της είναι εύθραυστη, σαν να διαλύεται ενώ την ακούς. Είναι μελωδία, δεν θα ξανασυμβεί; "No Break", η Νάνσυ φωνάζει αλλά και πάλι ο Jandek μένει χωρίς άλλη καταγραμμένη παρέα για χρόνια πολλά. Την χαιρετάει όπως ξέρει "Mostly All From You".

Κάπου προς αυτό το τέλος "Love, Love" ο Jandek ακούγεται εξαντλημένος, σαν κάποιος που έχει ξεχάσει γιατί μιλά, αλλά συνεχίζει από συνήθεια γιατί έχει κερδίσει την ακατανίκητη για τους υπόλοιπους μάχη με τη δημιουργική τεμπελιά. Είναι φθηνό να ονειρεύεσαι κι εσύ το βρίσκεις πανάκριβο και φθονερό. Ραγισμένο το γυαλί που κρατάει μέσα την κοινωνική ψεύτικη αγνότητα. Η εργασία εσωτερικού πεδίου ολοκληρώνεται όπως συνηθίσαμε στο "The First End" με άλλο ένα πισωγύρισμα των ίδιων ηχογραφήσεων, αλλιώς. Τόσο νωρίς.

Αυτός ο δίσκος δεν ζητά να τον καταλάβεις. Πραγματεύεται καταστάσεις που αξίζουν προσοχής. Είναι ένας καθρέφτης χωρίς αντανάκλαση, μια απόπειρα επικοινωνίας με τη σκιά πίσω από τη φωνή. Οι χορδές πάλλονται σαν νεύρα, οι νότες που έχουν το δικό τους τονικό ύψος, πάντα, δεν τελειώνουν ποτέ πραγματικά — απλώς σβήνουν, όπως τα φώτα ενός δωματίου που κανείς δεν μπαίνει πια. Το Chair Beside a Window είναι ο ίδιος ο εσωτερικός χώρος της μοναξιάς, χτισμένος με ήχους που δεν ανήκουν σε κανέναν. Δεν υπάρχει κίνηση εδώ, μόνο παύση· μια παύση που απλώνεται, που γίνεται τόπος. Και εγώ, κάπου μέσα στο λαβύρινθο, περιμένω να μιλήσει το φως. Αλλά το φως έχει μάθει πια να σωπαίνει.


Ημερολογιακή καταγραφή πέμπτη / 0743

28 Αυγούστου 1982 — εκείνο το πρωινό που δεν άλλαξε τίποτα

Το εξώφυλλο του Living in a Moon So Blue στηρίζει μια κιθάρα μόνη, ακουμπισμένη ελάχιστα στο πάτωμα σαν σώμα που ξεχάστηκε μετά τη θύελλα, μπορεί και να αιωρείται όμως. Το φως τη γλείφει λοξά, αφήνοντας πάνω της μια παγωμένη λάμψη. Κουνημένη. Χωρίς φίλτρα. 1982. Δεν υπάρχει πρόσωπο, μόνο το όργανο· μια προέκταση μιας και μόνο ψυχής που αποφάσισε κοινωνικά να σωπάσει και δημιουργικά να γεννάει αδιάκοπα. Η σιωπή γύρω της είναι σχεδόν ορατή, ένα πέπλο λεπτό τελευταίας αναπνοής που όλο και πάει να βγει.

Η "Gretchen" κυλά σαν ομίχλη που αγγίζει το νερό χωρίς ποτέ να ενωθεί μαζί του. Στο “Ha Ha Princess” το γέλιο σπάει στα δύο — γίνεται λυγμός, ένας ήχος που δεν ξέρει αν προέρχεται από στόμα ή από σκέψη. Συνθέσεις κι ερμηνείες "Strange Phenomenon" κάτω των τριών λεπτών επιμένουν σαν παιδικές προσευχές που δεν φτάνουν ποτέ στον ουρανό· επανάληψη, εξορκισμός, σιωπηλό αίτημα για παρουσία. Και "Relief Of The Night" — με το ίδιο το φεγγάρι σ’ έναν ουρανό που δεν ενδιαφέρεται πια· φως που φωτίζει μόνο την απουσία.

Η κιθάρα εδώ δεν υπαγορεύει· απλά υπάρχει και συνοδεύει. Είναι ο ρυθμός της από μέσα μοναξιάς που έχει αποδεχθεί τη μούσα του. Ο ήχος που στάζει, αργά, σαν κερί και καίει τον λιγοστό αέρα γύρω του. Ο Jandek φτιάχνει ηχητικά σκίτσα για να μη ξεχάσει τις σκέψεις του και επιπλέει στη θάλασσα των ίδιων του των εσωτερικών φωνών. Και αυτός ο δίσκος είναι μια επιστολή χωρίς παραλήπτη· μια απολογία για όλα όσα εννοήθηκαν στις σιωπές. Η κιθάρα κοιμάται όρθια στο ασπρόμαυρο εκτός εστίασης εξώφυλλο, κι εγώ ακούω το όνειρό του να τρίζει μέσα στο ξύλο, χωρίς καμιά ελπίδα για λύτρωση "Crime Pays". Το χρώμα δεν ήταν μπλε, ήταν απλά το τελευταίο φως στην άκρη της ψυχής που έβγαινε. 


Ημερολογιακή καταγραφή έκτη / 0744


15 Νοεμβρίου 1982 — βράδυ χωρίς κατεύθυνση, ο αέρας ακίνητος, πάλι

Το πρώτο στοιχείο του σύμπαντος που διαστέλλεται βρίσκεται οπτικά στο εξώφυλλο του Staring at the Cellophane

Η κιθάρα του Living in a Moon So Blue αφημένη και το φάντασμα σκυμμένο, άνδρας, τα μαλλιά ξανθά, το πρόσωπο χαμένο στη σκιά — φανταστικό. Το φως πέφτει πλάγια από πάνω, σαν να ντρέπεται να φωτίσει. Υπάρχει κάτι θολό στην εικόνα, μια αίσθηση πως δεν είναι φωτογραφία αλλά αντανάκλαση· σαν κάποιος να φωτογράφισε τη μνήμη του μέσα σε καθρέφτη. Το βλέμμα του φαντάσματος — αν όντως υπάρχει βλέμμα — μοιάζει να κοιτάει προς τα μέσα, σε μια επιφάνεια διαφανούς απουσίας.

Το "Michael" αρχίζει σαν εξομολόγηση που κόπηκε στη μέση· μια λέξη-όνομα, ένας ήχος που ζητά να μείνει πίσω, όταν το άκουσα πρώτη φορά ήμουν σίγουρος ότι κάτι μου θυμίζει. Οι ολιγόλεπτες πάλι ασκήσεις "Basic Themes" μοιάζουν με σκιώδεις σημειώσεις που περνούν από το ίδιο δωμάτιο· δεν είναι ζήλια, είναι επίγνωση, χτυπά βαθύτερα· το σώμα του ήχου είναι άδειο, η κιθάρα φθείρεται πάνω στη σιωπή του χρήστη. Και το "Number 14" — στο σωστό σημείο, γιατί; — εκεί ο χρόνος σταματά. Μια διαφάνεια ανάμεσα στον εαυτό και την αντανάκλασή του· βλέπεις, αλλά δεν μπορείς να μπεις.

Ο Jandek δεν ψάχνει πια για μουσική· ψάχνει για απόδειξη ύπαρξης. Υπάρχει γιατί επικοινωνεί. Σαρκάζει γιατί έχει σάρκα. Τον φαντάζεσαι κλεισμένο στο πατρικό του, κάποιες φορές μπορεί να λείπει γιατί χρειάζεται να εργαστεί στο εργοστάσιο ή να αποσύρει χρήματα από το κληρονομικό καταπίστευμα. Η ψυχή του πλανιέται σαν άνεμος που δεν έχει προορισμό γιατί μπλέχτηκε στο διπλανό κόλπο του Μεξικού, ξηλώνει τον ρυθμό της πόλης μέχρι να μην απομείνει τίποτα παρά ένα σκίρτημα. Εκεί κι εδώ, τότε και τώρα, κάθε ήχος είναι απόπειρα να κρατηθεί η πραγματικότητα για λίγο ακόμη, πριν λιώσει. Δεν κοιτάζεις τίποτα — αφήνεις το βλέμμα να χαθεί. Εγώ το ξέρω σαν να κοιτάζω το ίδιο διάφανο πέπλο με αυτόν, εκεί όπου τα πράγματα υπάρχουν μόνο αν τα θυμάσαι.

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2025

Jandek — Αδιάπλαστο Σύμπαν #0739-0741 [1]

Ημερολογιακή καταγραφή πρώτη / 0739

22 Οκτωβρίου 1978 — τόπος άγνωστος [Houston, we've had a problem]

Η ποίηση στο εξώφυλλο του Ready for the House με κοιτάζει όπως κοιτάζει ένα σπίτι τον κάτοικό του, αμίλητο και ανεκτικό. Μια καρέκλα δίπλα σε ένα παράθυρο δεν υπόσχεται τίποτα, η φωτογραφία το αντίθετο. Το φως μπαίνει δειλά, σχεδόν μετανοιωμένο. Κάτι στο χρώμα του δωματίου μοιάζει με ανάμνηση που έμεινε μισή. Καμιά υπόσχεση. Κανένας τίτλος δεν θα γίνει στυλιστικά χαρούμενο λογότυπο σε κούπα για τον πρωινό εργασιακό καφέ. Για αποτύπωση σε μπλουζάκια ή πόστερ ούτε σκέψη. Μακριά είναι τα χρόνια του Daniel Johnston και του βατράχου του. Έτσι κι αλλιώς ο Daniel ήταν 17 τον καιρό της κυκλοφορίας αυτής.

Το πρώτο κομμάτι αυτού του παράξενου δίσκου, "Naked in the Afternoon", δεν είναι τραγούδι· είναι ένα βλέμμα που γυρίζει προς τα μέσα. Μία μάταιη ονοματοδοσία. Ένας άνθρωπος, ίσως ο ίδιος που κάθεται στην καρέκλα δεξιά ή απλώνεται στο μισό του καναπέ αριστερά, κοιτάζει τη σιωπή του σαν καθρέφτη. Στη συνέχεια το "First You Think Your Fortune’s Lovely" ακούγεται σαν ψίθυρος που δεν πιστεύει στα λόγια του· ο ήχος της αποδοχής ότι τίποτα δεν αλλάζει. Αόριστη κρίση. Στο “European Jewel” επαναλαμβάνεται ένα κάλεσμα χωρίς απάντηση, μισοτελειωμένο — σαν κάποιος να τηλεφωνεί σε σπίτι αδειανό, ξανά και ξανά, στο τέλος επιτυχημένα. Αυτά τα κομμάτια δεν ηχογραφήθηκαν μαζί με τα επόμενα, γέννησαν τη συνέχεια και θέλει να το αφήσει καθώς προχωράει από την μετα-εφηβική στην ενήλικη μουσική ζωή.

Ο Jandek (εδώ σαν The Units) δεν γράφει τραγούδια· αφήνει στίγματα, μικρές εκρήξεις αυτογνωσίας μέσα σε κουρδισμένα αλλόκοτα χορδές και επικλήσεις "Know Thy Self". Δεν ζητά να τον ακούσεις· ζητά να τον αντέξεις. Τώρα και για καιρό. Γνωρίζει "They Told Me I Was A Fool", αλλά θα μείνει εδώ, θα του πάρει λίγο παραπάνω καιρό για να επιμείνει, όμως μετά θα είναι για πάντα εδώ - εκεί - μαζί σου. Τα σπλάχνα του είναι διαθέσιμα για θυσίες και οιωνούς. Αν κάποιος έβαζε αυτό το δίσκο στο πικάπ τότε, θα μάντευε ότι δεν θα υπάρξει συνέχεια. Μπορεί να το έκαναν πέντε ή δέκα άνθρωποι, εντός του συστήματος των γελοίων ή τυχαίοι έξω από το καθεστωτικό σήμερα του τότε. 

Αυτός ο δίσκος είναι σαν δωμάτιο που δεν έχει πόρτα, μόνο παράθυρα κλειστά. Είναι το σφάλμα που πιστεύεις ότι δεν θα επαναληφθεί. Πιθανότερα έπεσες έξω γιατί το παιδί δεν ήταν και τόσο παιδί όταν έκανε τη ζημιά αυτή. Στον έξω κόσμο κυκλοφορεί ο ήχος του χρήματος, εδώ μέσα ο ήχος της απομόνωσης. Εδώ η δημιουργία μακριά από τις φόρμες και τις ηλικίες. Εδώ η ηχητική δημοκρατία. Η καρέκλα μένει εκεί. Το φως δεν φτάνει ποτέ στο πάτωμα. Και εγώ — "What Can I Say, What Can I Sing" — περιμένω την επόμενη λέξη να γεννηθεί, τώρα. Θα συνηθίσεις τις ανόητες ερωτήσεις, τις ανάποδες απαντήσεις, τις μικρές αναμονές, χωρίς κόστος κι αδιαφορία.

Αργά. Μέσα στα σύρματα που μεταφέρουν ψιθύρους και μένα στο μέλλον τους, τρία χρόνια, τρία δευτερόλεπτα μετά.


Ημερολογιακή καταγραφή δεύτερη / 0740


14 Ιουνίου 1981 — τόπος υγρός, γεμάτος σκιές

Η φωτογραφία προσώπου στο εξώφυλλο του Six and Six μοιάζει με ανάμνηση που ξεθωριάζει μπροστά στα μάτια μου. Ένας ανάποδος αλχημιστής που βρήκε το ελιξήριο του αιώνιου έφηβου. Δεν τηρεί κανένα πρόσχημα. Δεν αποτρέπει το πεπρωμένο. Μια μορφή στα αριστερά, κρυμμένη από συμμαθητές, συνεργάτες και συγκάτοικους, το πιθανότερο ούτε παρούσα ούτε απούσα. Το βλέμμα χαμηλό, σαν να κουβαλάει την αμηχανία του ίδιου του χρόνου, όμως σε καρφώνει. Χωρίς αιτία. Καμμιά ερώτηση. Δεν είναι πορτρέτο — είναι τεκμήριο ύπαρξης. Προδικάζει "I Knew You Would Leave", προτείνει "Forgive Me" και αποφασίζει "You're The Best One". Κανένα σημάδι χρόνου. Η εναρκτήρια φωτοβολίδα αιωνιότητας στο σύμπαν του Jandek και της Corwood Industries.

Το "Feathered Drums" χτυπά σαν καρδιά που απότομα ξεχνά τον ρυθμό της· ένα παράξενο περπάτημα μέσα σε σπιτική ομίχλη που γεμίζει βρωμιές τους τοίχους. Στο "Point Judith" ακούω κύματα που δεν αγγίζουν ποτέ την ακτή· η φωνή χάνεται, ξαναγυρνά, αλλάζει σχήμα, κάνει κύκλους, προχωρά, πάντα προχωρά. Εκεί στο "Carnival Queen" μοιάζει με πάμπτωχο δίλημμα κι όνειρο που προσπαθεί να θυμηθεί τον εαυτό του — ένα χαμόγελο πίσω από κουρτίνα σκόνης — αρετές και κατάμαυροι δίσκοι γραμμοφώνου των αρχών του αιώνα.

Ο Jandek εδώ είναι πιο μακριά, πιο κλειστός. Είναι αυτός που θα συνεχίσει, έτσι " Wild Strawberries". Δεν ψάχνει πια επαφή· ψάχνει ησυχία. Ξέρει ότι θα υπάρξει και δεν θα σταματήσει. Η κιθάρα του γλιστράει σαν νερό σε σκουριασμένο σωλήνα, και κάθε νότα είναι ένα γράμμα που δεν στάλθηκε ποτέ. Αυτός ο δίσκος μυρίζει βροχή πάνω σε ξεφτισμένο ξύλο. Είναι η ηχώ ενός ανθρώπου που δεν θέλει να μιλήσει, αλλά δεν μπορεί να σωπάσει. Θέλει να φωνάξει ενώ νομίζεις ότι θα σιωπήσει. Καλωσορίζουμε το αυτόνομο, το μοναδικό, το αιώνιο σύστημα τιθάσευσης ηχητικών πόθων. Οι δίσκοι κυκλοφορίας 1981 και 1982 γράφτηκαν στις ίδιες κασέτες. 

Ακούω το "Cold Hard World" και καταλαβαίνω — δεν είναι διαμαρτυρία, είναι διαπίστωση. Δεν θα χρειαστεί ποτέ να προχωρήσω ανάξια σε ταξινόμηση ηχητικών πονημάτων, συναισθημάτων ή φωτογραφικών θεμάτων. Είναι αυτό. Είμαι αυτός. Το σπίτι έχει μικρύνει, οι τοίχοι πλησιάζουν, κι όμως η σιωπή χωράει τα πάντα. Στο τέλος, μένει μόνο μια αίσθηση: πως κάποτε ήμουν κι εγώ εκεί, κάπου ανάμεσα σε ήχο και λύπη, σε φωτογραφίες χωρίς εστίαση, σε τόπους δίχως μηχανήματα σκέψεης, μετρώντας έξι και έξι αναπνοές πριν από τη λήθη.Είναι αυτό που είναι. Είναι αυτός που είναι. Είμαι αυτός που είμαι.


Ημερολογιακή καταγραφή τρίτη / 0741


5 Σεπτεμβρίου 1981 — τόπος σχεδόν ανύπαρκτος

Το εξώφυλλο του Later On δείχνει μια σκιά που τρέχει να πιάσει μια φιγούρα. Ο άνθρωπος ή μάλλον η φιγούρα του ανθρώπου, μοιάζει να έχει ξεχάσει γιατί υπάρχει, κι εγώ νιώθω σαν να αρχίζω να καταλαβαίνω. Το φως αδύναμο, τα χρώματα ξεθωριασμένα, ένα παλιό φιλμ που χάνει τη μνήμη του. Από εδώ και πέρα αρχίζω να αμφισβητώ τις ημερομηνίες. Με βοηθάει η τυχαία σειρά των φωτογραφιών. Έγχρωμα, ασπρόμαυρα, πορτρέτα, τοπία, κιθάρα, φυσαρμόνικα, φωνή, φωνές, κρουστά, μπάσο, καμία σειρά, καμία λειτουργία. Όμως η αγχώδης παλίρροια πνίγει τις ανοχές σου εδώ: "Your Condition".

Το Later On δεν είναι τίτλος· είναι προειδοποίηση. Ό,τι ήθελες να πεις, θα το πεις αργότερα, αλλά τότε δεν θα σε ακούει κανείς — "Just Whisper". Απότομα έρχεται η στιγμή που η μοναξιά παίρνει σχήμα· "The Janitor" και καθαρίζει χώρους που κανείς δεν βλέπει, αφήνει την κενή ηχώ της στο πάτωμα, ανάμεσα στα σκουπίδια που έφτυσε το ασπρόμαυρο στόμα. Ένα σύμπαν χτίζεται εκεί μακριά, ενώ το "Ladies of the Corridor" μοιάζει με εμπόδιο από ψίθυρους που περνούν από πόρτα σε πόρτα, χωρίς ποτέ να σταθούν. Ένα κέρασμα από τα εκατοντάδες. 

Η κιθάρα δεν είναι πλέον όργανο· είναι σώμα που αναπνέει. Οι χορδές τραβούν τον άτυπο χρόνο προς τα πίσω και μπλέκονται με τη φωνή, που τώρα μοιάζει περισσότερο με αντήχηση παρά με λέξεις τραγουδιστές. Κάθε νότα κουβαλάει την αίσθηση μιας μέρας που δεν θα ξαναγυρίσει. Πιθανόν να μην είναι καν νότες αυτές, "Your Condition" και η ανάσα - εισπνοή γίνεται ήχος μόνο σε αυτό το μικρό πνευστό στα χέρια του Jandek. 

Ακούω και ξέρω πως η μοναξιά δεν είναι έλλειψη· είναι ασχημάτιστη παρουσία που σε πιάνει από το χέρι και σε οδηγεί σε δρόμους άδειους, αλλά γεμάτους ιστορίες που κανείς δεν πρόλαβε να γράψει. "Oh Jenny" και "Jessica" και μετά "John Came" και λίγο πριν το πρώτο τέλος "Jackson's Gone Down The Mississippi" και μετά "The Second End".

Και εγώ κάθομαι στη γωνία, μετρώ τις σκιές, περιμένοντας, όπως πάντα, να έρθει το later on για μένα.

Κυριακή 20 Ιουλίου 2025

η Σοφία η Παλαιά

Ήταν μια θειά από αυτές που υπάρχουν πάντα και είναι ίδιες. Όλο γκρίνιαζε, για τα παιδιά που έπαιζαν και την ενοχλούσαν, για τα αυτοκίνητα που παρκάραν μπροστά στην οικοδομή της, για τους γείτονες που την ζήλευαν, για το Δήμο της Σκατούπολης που δεν έδωσε το όνομα του μακαρίτη μαλάκα στο δρόμο και για λοιπά ανούσια θέματα. Η θειά παρέμεινε ίδια, έτσι κι αλλιώς είχα πάντα την υποψία ότι ήταν ρομπότ και γι΄ αυτό δεν άλλαζε σουλούπι - εκείνη την εποχή απολάμβανα Ντικ και Ούρσουλα - και ήταν η εποχή που η οικογένειά μου βιαζόταν να χτίσει το σπίτι από δίπλα γιατί θα παντρεόταν η αδελφή μου. Τα συνεργεία κάνανε ότι μπορούσαν, το ίδιο και η θειά. Μια την πολεοδομία για πιθανόν καταπάτηση του αέρα της, μια την αστυνομία για παραβίαση κατά πέντε δευτερόλεπτα της ώρας έναρξης κοινής ησυχίας, μια άλλη φορά το υγειονομικό για έλεγχο της αποχέτευσης και μια τελευταία τον παπά της ενορίας για να ελέγξει την παρθενία της μνηστευόμενης. Όσο αναφορά τις προσπάθειές μου να διδάξω Heavy Metal στη γειτονία... αυτές έληγαν πάντα άδοξα με τον πατέρα μου να με παρακαλάει να χαμηλώσω την ένταση και την μητέρα μου να ξεσκονίζει τα ακουστικά και να μου τα πλασάρει με ύπουλο τρόπο. Τα χρόνια περάσαν και περνούσα από εκείνον τον δρόμο ένα μεσημέρι αργά. Η θειά με σταμάτησε αν και ποτέ δεν της μιλούσα και μου είπε: "Βρε παλικάρι μου βάλε λίγο από εκείνες τις δυνατές μουσικές που έβαζες μικρός. Να καταλάβω κι εγώ ότι ζω ακόμα". Την κάρφωσα με μια πρόχειρη σκουριασμένη σφήνα στο μέρος που πιθανόν να υπήρχε η καρδιά της. Αποφεύγω πια εκείνον τον δρόμο, πάω από τα σοκάκια της κάτω μεριάς.

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2025

Μια πολύ μικρή ιστορία για τρεις τυχαίους ανθρώπους

Είναι Παρασκευή, κάθομαι στη δεύτερη σειρά των πλαστικών καρεκλών που είναι βιδωμένες στο νοσοκομειακό πάτωμα. Δίπλα μου είναι ο πατέρας μου και τριγύρω πολύ λιγότερα άτομα πια, είναι μετά τη μία το μεσημέρι και σίγουρα έχουμε άλλη μιάμιση ώρα αναμονή. Στα γρήγορα κάτι αναφέρεται για το αγροτικό αμάξι και ο μπροστινός, ιδέα δεν είχα ότι υπήρχε μπροστά μας κάποιος άνθρωπος πατάει πάνω σε αυτό κάνει μια μικρή ερώτηση για να μπορέσει να εισέλθει στον πίσω κόσμο κι έπειτα, καμπουριασμένος όπως είναι, απελευθερώνει μέσα σε ελάχιστα λεπτά ένα κομμάτι του κόσμου εκεί - εδώ, έξω από εδώ, αλλά τόσο εδώ.

Είμαι από την Αχαΐα, συνήθως δεν ξέρουν εδώ πάνω τα μέρη της Πελοποννήσου οπότε καλύτερα να ξεκινάω έτσι. Μένουμε στην Πάτρα, εγώ και η γυναίκα μου. Για την ακρίβεια μένουμε τόσο στην Πάτρα όσο και στη Θεσσαλονίκη. Εδώ νοικιάσαμε μια μικρή, επιπλωμένη γκαρσονιέρα στη Σταυρούπολη, κοντά στο παιδί για να τον βοηθήσουμε αφού η γυναίκα του έχει το μικρό τους παιδί. Στο χωριό μου έχω πολλά στρέμματα με αμπέλια και ελαιώνες. Τα πρόσεχα όλη μου τη ζωή και έλεγα να 'ρθει η σύνταξη να τα απολαύσω όλα αυτά που αγαπώ. Σηκωνόμουν ξημερώματα να πάω να ποτίσω τα αμπέλια ή να κλαδέψω τις ελιές που στεκόντουσαν σαν νύφες, γεμάτες με καρπούς να λαμποκοπούν στο πρώτο φως του ήλιου. Έχω τρακτέρ δύο και αγροτικό και όλα τα απαραίτητα μηχανήματα. Σιγά σιγά έφτιαξα το δικό μου στόλο, έκλεβα από το χρόνο της κάθε μέρας μου και τα έφτιαξα όλα. Πέντε χρόνια πριν βγω στη σύνταξη ήρθε ο καρκίνος σε μένα. Πάνε επτά χρόνια και με τη σειρά ήρθε στη γυναίκα μου και πριν τριάντα - σαράντα μέρες στο γιο μου. Μετακομίσαμε αμέσως. Σήμερα είναι η χημειοθεραπεία του παιδιού και αύριο θα φύγουμε στην Πάτρα για τη θεραπεία της γυναίκας μου. Αυτή είναι όλη η οικογένεια μου και οι δυο τους είναι σε τελικό στάδιο, δεν ξεπερνιέται. Τα κτήματα τα έδωσα μισακά σ' έναν αλβανό που είχα μαζί μου. Τι να κάνω; Δεν χρειάζομαι ούτε τα αγροτικά, ούτε τ' αμπέλια, ούτε τις ελιές, ούτε τα σπίτια, ούτε τα ξενύχτια μου για περισσότερα κι άλλα περισσότερα, είμαστε τρεις κι έχουμε κι οι τρεις καρκίνο και θα σβήσουμε πολύ σύντομα. 

Σε λίγο πέρασε ξανά από μπροστά μας σπρώχνοντας ένα καροτσάκι με τον γιο του επάνω, καμία επικοινωνία, ένας άνθρωπος που μόλις είχε βρει δουλειά, σύντροφο, σπίτι κι άρχιζε την οικογένεια και τη ζωή που ήταν προορισμένος να κάνει. Οι γονείς θα ήταν περήφανοι, τώρα ο πατέρας με μάλλινη μπλούζα και ανοιχτόχρωμο λερωμένο παντελόνι, προσπαθεί να κουμαντάρει το μεγάλο σώμα του παιδιού του μαζί με σακούλες γεμάτες εξετάσεις, διαγνώσεις, χαρτιά και πεταμένα λεφτά. Δίπλα η γυναίκα - σύζυγος - μητέρα, σκεβρωμένη, μισή, με κοντό κόκκινο αραιό μαλλί συζητάει για το τρόπο της παρακέντησης και τα λίτρα υγρού που έβγαλαν από κάποιο όργανο του παιδιού της σαν μια απλή καθημερινή συνταγή που εκτελεί με απόλυτη ευκολία. Προχώρησαν οι ίδιοι, οι σκιές τους, το μέλλον τους και βγήκαν στο διάδρομο.

Σηκώθηκα, έβαλα τα ακουστικά, τους προσπέρασα και βγήκα στο θαμπό ήλιο του μεσημεριού. Αναμονή να περάσουν άλλα είκοσι πέντε λεπτά. Έπειτα επιστροφή. Μετά πάλι εδώ. Μετά επιστροφή. Ένα σπίτι στην Πάτρα, ένα σπίτι στο χωριό, ένα σπίτι στη Θεσσαλονίκη, μια αναπηρική καρέκλα με ένα ψηλό παλικάρι που τη σπρώχνει ο γερασμένος πατέρας δίπλα σε μια μαζεμένη μάνα που απλά αντέχει τον εαυτό της και τον κόσμο όλο πάνω της. Είναι όλοι σκυμμένοι, ζαρωμένοι, καμπουριασμένοι και απογοητευμένοι ένα ακόμα μεσημέρι Παρασκευής.

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2025

Ιανουάριος Σωτήριου Έτους - Ρίχτε Τις Μανούλες Στα Λιοντάρια

ένας φίλος μου έστειλε μια φανταστική ιστορία κι είπα να τη μοιραστώ με τους φίλους μου:

ήταν μια φορά μια μανούλα, πολύ μανούλα και παλιότερα πολύ μανούλι (ίσως έβγαζε και φωτογραφίες σέλφι και έστελνε στον αγαπητικό στην υπηρεσία, ίσως πήγαινε και συχνά στην εκκλησία), που ήταν τόσο μανούλα που είχε κάνει πέντε παιδιά πριν τα τριάντα πέντε της, τα αγαπούσε τα παιδιά, γενικά αλλά και ειδικά αφού ως δημόσιος υπάλληλος - λειτουργός έπαιρνε τα τρία τέταρτα ενός έτους πριν και ολόκληρο το έτος μετά από κάθε γέννηση άδεια από τη δημόσια εργασία της - για τη σωστή προετοιμασία και αναμόρφωση των τέκνων που είναι η ελπίδα του έθνους. η μανούλα λοιπόν είχε αναγκαστεί να κακομεταχειρίστει κάποιο ή και κάποια από τα αγγελούδια που της χάρισε ο κύριος με τη βοήθεια ή τις προσταγές του κυρίου συζύγου και επίσης δημόσιου υπαλλήλου - λειτουργού. δεν ήθελε. το δήλωσε αυτό. μετά. αυτό όμως δεν αποθάρρυνε και διόλου δεν κατεύνασε τις ορμές της μανούλας να ξαναμείνει λίγο έγκυος στο έκτο, ίσως γιατί έξι είναι ένας αριθμός πριν το μαγικό αριθμό ή απλά επειδή τελείωνε η προηγούμενη άδεια. το ζευγάρι αυτό, η ελληνική οικογένεια πρότυπο, ευλογημένη πολλάκις (γάμοι, βαφτίσια και λοιπά μυστήρια), είχε ευεργετηθεί και μονίμως υπηρετούσε (τρόπος του λέγειν) στο ναό της δημοκρατίας, ντυμένοι στα χρώματα της πατρίδος, γαλανόλευκοι - άμεμπτοι - ανέγγιχτοι. αυτή η μανούλα λοιπόν με τον άντρακλά της, ένα μικρό ποθητό κομμάτι της κοινωνίας, θα μπορούσε να ζει ανάμεσά μας; αναρωτήθηκε ο φίλος με τη φανταστική του ιστορία κι εγώ του είπα ότι δεν ξέρω, απλά θα την μοιραστώ με τους φίλους μου μήπως και η μανούλα και ο άντρακλας ζουν ανάμεσά τους - καμιά ιδέα; // σύντομα θυμήθηκα ότι άλλη μία τέτοια περίπτωση μου είχε συμβεί με πολλά κοινά σημεία, δημόσιοι υπάλληλοι - τέρατα γονείς, θρήσκοι πολύτεκνοι, άχρηστοι ουσιαστικά και επίσης αναδιατύπωσα την πρόταση που ξεστόμισα και αποδέχτηκα πολλάκις πια, ότι εγώ ζω ανάμεσα τους... είναι πολυψηφία - κυβέρνηση - επικρατούσα τάξη - πολύτεκνοι - πολυμαλάκες κι εγώ απλά ένα πολυ-εργαλείο... // μπάτσοι - παπάδες - γιατροί, μεταμφιέζονται κι υπάρχουν, θα συνεχίσουν να υπάρχουν στην πιο όμορφη χώρα του κόσμου, του δικού τους κόσμου