Παρασκευή 22 Μαΐου 2020

Μισό Αλφαβητάρι στον καιρό της Καραντίνας


(από τα “Εσώτερα κλειστών δρόμων”, συγκέντρωση σημειώσεων Μάρ-Απρ ‘20)

Α
Το ξέρω ότι όσο κι αν προσπαθήσω δεν θα γίνω πια αρεστός. Περνά ο καιρός. Δεν αισθάνομαι πια καν την ανάγκη να γίνω κάτι για τους άλλους. Τα σκυλιά των κοσμοναυτών περνάνε από δίπλα μου και κοντοστέκονται. Το ίδιο κάνω κι εγώ μέχρι οι κύριοι και κυρίες κάτοχοι αποστρέψουν το βλέμμα και τραβήξουν τις αλυσίδες.
 
Μένω σε διάφορα σημεία της πόλης. Τελευταία μου μετακόμιση ήταν όταν άρχιζαν να πετάνε στα σκουπίδια τα χριστουγεννιάτικα δέντρα. Έφτασα στην περιοχή του Ευόσμου. Αν αποφύγεις τον κεντρικό δρόμο και τον πεζόδρομο με τα τραπεζοκαθίσματα έχει αρκετές εκπλήξεις εδώ. Κουβάλησα μαζί μου το καρότσι και στη διαδρομή μάζεψα ένα σωρό χρήσιμα πράγματα. Για μένα. Επέλεξα ένα σημείο στην άκρη κάπου κοντά στην Αστυπάλαια και Ευφροσύνης. Δεν είναι συνετό να σας πω που ακριβώς. Ήδη οι κάτοικοι ενοχλούνται, ας μην φέρουμε κι άλλους σε αυτό το πανηγύρι.

Το μπουκαλάκι μου με το σαπιοκάραβο έχει καλά κλειστεί και το γυαλί με κρατάει ζεστό. Εκεί μέσα ο φελλός συγκρατεί όλες μου τις σκέψεις. Δεν παίρνει αέρα. Ξεκάθαρα σαν βεβαίωση αποδοχών φορολογικού έτους, μία μία μπαίνουν σε τάξη και με απόσταση κάθονται στα θρανία της νέας τάξης ενημερωμένων θυμάτων.

Ο καιρός άρχιζε να φτιάχνει. Λέγεται και άνοιξη αυτό. Μερικές αμυγδαλιές άρχισαν να πετάνε λευκά και ροζ άνθη και με προβλημάτιζε αυτό γιατί φοβόμουν καμιά αλλεργική κρίση. Δεν κράτησε πολύ. Έκανε πάλι κρύο κι έβρεχε. Είχα περάσει ένα σχετικά εύκολο χειμώνα, αλλά ήμουν κουρασμένος. Αδυνατώ να ορίσω πια τις ευκολίες και τις δυσκολίες με βάση τι μου διηγείται το σώμα μου. Τα αδέσποτα σκυλιά πλήθαιναν κάθε απόγευμα τριγύρω μου. Ποτέ δεν με προβλημάτισε αυτό. Ήταν η ασπίδα προστασίας μου. 

Μετά έγινε το παράξενο. Θυμήθηκα τα χρόνια της οικονομικής κρίσης που αναγκάστηκα να αφήσω τα ασφαλή μέρη μπροστά στις κάμερες των τραπεζών. Άνθρωποι κοντοστεκόντουσαν σε ουρές για να πάρουν λίγα χαρτονομίσματα. Και τότε μακριά ο ένας από τον άλλον για να μην βλέπουν τους τέσσερεις αριθμούς. Τώρα για πια δεν αγγίζονται και δεν χαζολογούν. Αφήσανε τις τράπεζες και στήθηκαν απέξω από τα σούπερ μάρκετ. Σακούλες γεμάτες και πρόσωπα κενά. 

Έμαθα ότι κλείσανε την παραλία κάτω στο κέντρο. Να μην περπατάνε εκεί. Όλοι στέκονται το απόγευμα στις τηλεοράσεις και παρακολουθούν ευλαβικά έναν τύπο που τους μοιράζει χαρτομάντιλα κι ελπίδες. Μαθαίνουν πως να πλένουν τα χέρια τους. Χρησιμοποιούν τους αγκώνες τους όταν φτερνίζονται και βήχουν. Παρόλα αυτά δεν βλέπω αρρώστους περισσότερους από τις προηγούμενες χρονιές. Ίσως φταίει ότι κάνανε μέσα στα σπίτι τους αμμόλοφους από μαλακό και ανέξοδο χαρτί υγείας. Τίποτα δεν ξεφεύγει της φθήνιας και της ματαιοδοξίας για αιώνια ζωή.

Τα πράγματα που πετάνε στα σκουπίδια είναι πια διαφορετικά. Βρίσκω ογκώδη άχρηστα αντικείμενα, λιγότερα ρούχα (αυτά τα μαζεύουν πια και τα πουλάνε οι οργανωμένες ομάδες ρακοσυλλεκτών) κι ελάχιστη τροφή. Αλλά το ξέρω ότι αυτές οι τσάντες με τις αγορές τους θα καταλήξουν σε μένα τους δύσκολους μήνες του καλοκαιριού. Πρέπει τότε να είμαι γρήγορος, χαλάνε πιο εύκολα αν είναι ανοιχτά.

Κλείσανε και τα σχολεία. Τα παιδιά προσπαθούν να βγουν έξω στα κρυφά. Έχει πλάκα να βλέπεις νεαρά ζευγάρια να ψάχνουν γωνιές να κρυφτούν. Οι αστυνομικοί κάνουν ότι δεν με βλέπουν και ξεσπάνε σ’ αυτά. Η πόλη σταδιακά αδειάζει και μου αρέσει αυτό. Ησυχία… Σκέφτομαι ότι είναι όμορφο που μένουν σπίτι. Τόσο καιρό ζητούσαν χρόνο για τον εαυτό τους. Να η ευκαιρία να αξιοποιήσουν και τα τόσα χρήματα που έδωσαν ή ακόμα χρωστάνε για τα ντουβάρια τους. Ίσως να φταίει ότι και οι θερμοκρασίες είναι αλλοπρόσαλλες. Το σίγουρο είναι ότι σταμάτησαν τα συσσίτια και αξιολογώ τις δυνατότητες τροφής μου κάθε μέρα κι από την αρχή.  

Έτσι κάθε δεύτερο πρωινό κρύβω καλά τα περιουσιακά μου στοιχεία στην συμβολή των δρόμων, κάτω από μια μικρή και βρόμικη σκάλα εγκαταλειμμένου ημιώροφου και ξεκινώ την ημερήσια εξόρμηση. Στη γωνία, λίγα βήματα παρακάτω βλέπω κάτω δυο αναμμένα τσιγάρα και σκύβω να τα πάρω. Δεν θυμάμαι τα επόμενα λεπτά, μόνο ότι ποτέ δεν γύρισα στο ίδιο μέρος. Ξύπνησα όρθιος σε έναν άλλο κόσμο. Δεν μπορώ καν να διακρίνω αν είμαι πριν ή μετά από αυτό που ζούσα εκείνη την προηγούμενη σκηνή του χρόνου μου.

Β
Η θάλασσα χαϊδεύεται από ριπές ανέμου, ζευγάρια πλέκουν με ψηφιακά συρματοπλέγματα τα αντίθετά τους χέρια, μια φάλαινα απαντάει στον ραδιοερασιτέχνη των μεσαίων κυμάτων, μία σχέση κτίζεται πάνω στις εναλλαγές εξόδου για απόρριψη ανακυκλώσιμων υλικών και μη, το φαρμακείο αναβοσβήνει την επιγραφή του σαν φάρος απόγνωσης και οι προσευχές είναι άκομψα κακόηχες λόγω έλλειψης ρασοφορεμένου μαέστρου.

Γ
Ξέρετε καμία διήγηση δεν μπορεί να βράσει σε ανοιχτή κατσαρόλα. Κι εγώ σαν τα φύλλα που βρέθηκαν σε παιδικά χέρια κι έλπιζαν ότι θα γίνουν κατασκευή για το νηπιαγωγείο, έστειλα ένα γράμμα δίχως γραμματόσημο κι όλο περίμενα τον ταχυδρόμο να μου φέρει την απάντηση. Έζησα στην εποχή που μαζεύαμε αποδείξεις. Τις κοιτούσαμε σαν νομίσματα μιας άλλης χώρας, μαντεύαμε την αξία και με τον φακό εξερευνούσαμε τα αποτυπώματα από δάχτυλα χωρίς αντισηπτικό.  Ύστερα αργά και τελετουργικά, αφήναμε τα χάρτινα κομμάτια θησαυρών μέσα στο κουτί του πάζλ, πάνω στην ντουλάπα του τελευταίου δωματίου. Κάποτε ήταν ξενώνας, μετά όλοι πήραν τα σπίτια τους και τα εξοχικά τους, κάποιοι ακόμα και τροχόσπιτα και μεγάλες σκηνές πάνω σε ρόδες κι έμεινε η θέση του επισκέπτη κενή, εκτός από τα βράδια της νέας σελήνης που ερχόταν η νεκρή γιαγιά να μάθει παραμύθια γιατί δεν πρόλαβε τότε με τις κότες και τον μπαχτσέ και τα ρούχα που όλο έβραζε με μαύρη μπογιά γιατί ήταν μόνη χρόνια πολλά. Μερικές φορές έπιανα τα μολύβια που η μια τους άκρη ήταν μασημένη. Έψαχνα για βιταμίνες ή έμπνευση ή λίγο σάλιο που δεν θα στέγνωνε στα χείλη εραστών με τα μάτια σφαλιστά και τις σκέψεις να τρέχουν σε ψηφιακό μαραθώνιο. Πάλι οι πρόγονοι θα σώσουν την κατάσταση, μια που τα εγκλήματα ξεχάστηκαν και κανείς δεν ανοίγει τα παλιά βιβλία, τα εξώφυλλα δεν έχουν διακριτικά, ούτε γυμνά μπράτσα. Ποιός θα πατήσει μια μικρή καρδιά γι’ αυτά όταν η δική του βρίσκεται στο καθαρό βαζάκι με τα αποξηραμένα βότανα για το τσάι του χειμώνα; Μερικές καμπάνες ακούγονται, κάποιοι ανέβηκαν τη σκάλα για να ρεμβάσουν κι άρχισαν να στέλνουν μηνύματα δίχως καπνό και κινητά τηλέφωνα. Στη δερμάτινη θήκη αναπαύεται η όρεξη για ζωή του πατέρα, τώρα λησμονώ που φεύγοντας πήρα μόνο τα κλειδιά του σπιτιού ενώ ήδη υπήρχαν νέοι νοικάρηδες πρώτου βαθμού που αντί για αντίτιμο γέμιζαν με εμφιαλωμένο νερό το βάζο με τα πλαστικά λουλούδια μπροστά στις φωτογραφίες. Έχτισαν και τις πτυχές του λαβύρινθου για να έχουν χώρο να βάλουν όργανα εσώκλειστης γυμναστικής. Διατάσεις οφθαλμών αντί κόκκινων αυγών από βαφή μαλλιών που έληξε. Είπα να περπατήσω μέχρι τη θυρίδα στο ταχυδρομείο. Εκείνη η απάντηση αργεί να φτάσει. Κι όμως, σκάλισα ενταύθα απέξω, αλλά δεν θυμάμαι αν το περιστέρι πήγε στην κηδεία των αποδημητικών που επέστρεψαν ή πέταξε το κλαδί από το στόμα, έφτυσε μια βρισιά στα πρωινά μου μούτρα κι απήγγειλε στίχους κλεμμένους από το λογότυπο των φορτηγών τροφοδοσίας. Όλο αναμένω να πάρω την απόφαση και να ξεκουρδίσω την κιθάρα. Επτά χορδές πλεγμένες γύρω από μικρά βάζα με χάπια. Ξέχασα το τραγούδι του δάσκαλου με τα σπασμένα νύχια, όλο έλεγε, θα μάθεις να παίζεις, τώρα αποστήθισε αυτό το βαλς, κι εγώ έκρυβα με τη σκιά μου την τελευταία διπλή κλωστή που πρόσθεσα για να βρω το δρόμο της επιστροφής. Ο μίτος αν είναι ξέμπλεκος βλέπεις το τέρμα κι οπισθοχωρείς. Καλύτερα όπως λέγανε οι παλιοί καιροί να διαβάζεις τα βιβλία από τον επίλογο και μπρος ώστε αν σε πιάσει ο ύπνος να μην έχεις χάσει και πολλά. Μόνο λίγο από τη ζωή του κυρίου μέρους σου που πάντα κάποιος θα βρεθεί να στην απαγγείλει μαζί με τη συνταγή της μαγειρίτσας από τα εντόσθια σου. Καθαρά, πλυμένα, απλωμένα, με τα πολύχρωμα μανταλάκια να τα κρατούν εκεί, τόσο σταθερά που δεν γυροφέρνουν πια μες στο στομάχι σου, κανένας πόνος κι αηδία. Το βράδυ πριν την Ανάσταση θα τους φιλέψεις λίγο φαγί για να ‘ναι ξεκούραστοι κι αμαρτωλοί καθώς φιλιούνται πάνω από τα βαρελότα και τις επαναλήψεις των ακόρντων.

Δ
Χωρίς φειδώ οι λάμπες μένουν ανοιχτές και την ημέρα, είναι τα σήματα των κομπάρσων στους ένδοξους πρωταγωνιστές που όλο και κάποτε θα περάσουν κάτω από τα παράθυρα με τα διπλά αλουμινένια κουφώματα, θα ρίξουν το λάσο τους και θα πάρουν τον οβολό των κατ’ οίκων περιορισμένων προσκυνητών – καταναλωτών.

Ε
Ξύπνησα όρθιος στον ίδιο κόσμο. Ήταν κάτι συνεχείς γδούποι που με επανέφεραν σαν τα πανάκριβα μηχανήματα αυτόματης ανάταξης. Τα δυο αναμμένα τσιγάρα στέκονταν τώρα ποδοπατημένα με τα καφέ σωθικά τους χυμένα πάνω στον αρμό από τις πλάκες πεζοδρομίου. Φυσούσε λίγο.

Από τα ίδια μπαλκόνια που χειροκροτούσαν οι ελεύθεροι (ντεμέκ) πολιορκημένοι δυο πηδήξανε ν’ αυτοκτονήσουν. Τρεις δρόμους μακριά. Στα εξήντα ο κύριος, βρέθηκε να φιλοξενείται εκεί και σε απόγνωση ή επίγνωση περπάτησε από τον τρίτο όροφο. Πιο νέα η κυρία, χωρίς δουλειά, είπαν ότι βγήκε να τινάξει τα χαλιά, την είδαν οι γέροι της γειτονιάς, καβάλησε το κάγκελο, από τον τρίτο κι αυτή, πετώντας από αυτό τον κόσμο στο τίποτα της ασφάλτου.

Την επόμενη μέρα ήταν Πάσχα. Οι ένοικοι παραξενεύτηκαν με το τι θα κάνουν τα σφαχτά και τις αλοιφές στα πλαστικά, ξυπνήσανε πιο αργά και τα βάλανε όλα στο φούρνο. Αντί για δημοτικά τραγούδια επιλέξανε κάτι γιουτιούμπερς τα παιδιά τους. Θα γίνει η κηδεία και θα μείνουν τα χαρτιά να κιτρινίζουν στις κολώνες. Τελετές χωρίς κόσμο, χωρίς τζάμπα φαγοπότι και τελικά χωρίς τρόπο να μάθουν τι έγινε. Τι πραγματικά έγινε κι όχι τι γράφτηκε στις διαδικτυακές τοπικές σελίδες.

Ζ
Η μεταμόρφωσή μου από ρακοσυλλέκτη σε νεκροθάφτη δεν πήρε πολύ. Είχα ζήσει την ίδια κατάσταση κάτι δεκαετίες πρωτύτερα. Τα θυμάμαι τόσο καθαρά. Όπως ο καπνός που έφυγε από το πεζοδρόμιο και κύλησε στην κρύα άσφαλτο. Ξεκίνησε σιγά σιγά. Με φήμες ότι εμείς δεν θα παθαίναμε τίποτα. Δούλευα τότε στο αεροδρόμιο της πόλης που πριν λίγα χρόνια είχε περάσει σε γερμανικά χέρια. Ήμουν από τους τελευταίους που διακόψανε χωρίς κανένα δημοκρατικό δικαίωμα τη σύμβαση εργασίας μου. Δεν καταλάβαμε τι κρυβόταν από πίσω. Μόνο ακούγαμε κάθε μέρα στα δελτία πληρωμένων ειδήσεων τα νούμερα να αυξάνονται, τις θέσεις να προστατεύονται, τον τρόπο να φτιάχνουμε τις δικές μας μάσκες κι οι θέσεις στα λεωφορεία μένανε για πρώτη φορά αδειανές. 

Εκείνες τις πρώτες εβδομάδες με φώναξε ένας συνάδελφος να τον βοηθήσω γιατί η μητέρα του ήταν άρρωστη. Όταν κατέληξε και πήγαμε να πάρουμε τα χαρτιά για την ταφή, εκείνος μέσα στο δράμα που ζούσε υπέγραψε τα πάντα στα τυφλά. Ήταν το θύμα που πέρασε τη χώρα στην πρώτη εκατοντάδα. Οι δημόσιοι του συστήματος υγείας είχαν καταχαρεί. Φορούσαν τα πράσινα τους χάρτινα και τσαλακωμένα στολίδια κι ονειρευόντουσαν ότι παίζανε σε σειρά συνδρομητικού καναλιού. Γενικά οι διορισμένοι ψηφοφόροι διασκέδαζαν με τον ελάχιστο χρόνο εργασίας και τις συνεχείς απολαβές τους, γεμίζοντας σακούλες και τα έντερα του μυαλού τους με άχρηστα ζωικά στοιχεία. 

Μέσα στα πρώτα δύο χρόνια η ανεργία εκτοξεύτηκε σαν ποσοστό ακροδεξιού κόμματος αντιπολίτευσης σε περίοδο θρησκευτικής κρίσης. Οι εργοδότες συνήθισαν μέσα στο πρώτο Σαββατοκύριακο να πληρώνουν λιγότερα και να απασχολούν ανασφάλιστα τα νεαρά θύματά τους. Η κυβέρνηση, καλά μαθημένη από τα σπάργανά τους, έψελνε τροπάρια ευδαιμονίας και καταστροφολογίας αν δεν κάνουν όλοι τις θυσίες τους και το σταυρό τους. Οι γυναίκες και τα αγόρια με τα αποτριχωμένα πόδια έψαχναν να βρουν εκδότες ικανούς να πληρώσουν την κοινή πραγματεία τους. Αλλά ήταν η φθήνια της εποχής που δεν ευνοούσε στύση και πωλήσεις μαζί.

Η
Δεν πήρε πολύ καιρό. Χρειάστηκε νανοδευτερόλεπτα για να αποδείξει ο καθημερινός έλληνας της διπλανής πόρτας, σε κάθε εποχή, πόσο ίδιος είναι. Θα ήθελε να τον αποκαλείς ιδιόμορφο, διορατικό και φιλότιμο. Η αλήθεια είναι ότι η εγκυκλοπαίδεια στην οποία στήριξε τη γνώση του παράλληλα χρησιμοποιούσε για να στέκεται στο ψεύτικο ύψος της σχολής αστυφυλάκων. Επιστημονικοί ορισμοί για τριχωτούς νάνους που ονειρεύονται ότι σφυρηλατούν χρυσά δόντια νεκραναστημένων εισαγόμενων πολιτικών.

Θ
Στο διάλειμμα των ετών ανάμεσα στις πανδημίες με κωδικούς αφοριστικούς αλφαριθμούς γνώρισα μία κοπέλα χωρίς κανέναν ενδοιασμό να απαγγείλει τις πρότερες στιγμές της μοναξιάς μέσα στο θορυβώδη κυκεώνα συμπρωτευουσιάνικης βλακείας. Τα σημείωνα πάνω στα κενά των βιβλίων με μικρά μασημένα μολύβια παιδιών που σταμάτησαν πρόωρα το σχολείο. Τα μάτια της ήταν σαν οθόνες χαλασμένων αναλογικών τηλεοράσεων. Το αριστερό θύμιζε την ασπρόμαυρη τηλεόραση των φοιτητικών μου χρόνων να παίζει μεταμεσονύχτια ερωτικές ταινίες στο δημοτικό κανάλι.

Προσπάθησα να κοιμηθώ περισσότερο. Τα σχολεία κλειστά όλη την εβδομάδα. Οι συνταξιούχοι δεν κυκλοφορούν όπως πριν από λίγες μέρες. Μπορώ να κάνω βόλτες από ότι ώρα θέλω. Ο καιρός είναι πολύ καλός. Άνοιξη! Τα πάντα δείχνουν ότι ο χειμώνας έφυγε, η αλήθεια είναι ότι δεν μας παίδεψε με έντονα καιρικά φαινόμενα όπως ο προηγούμενος, αλλά έφυγε κι αυτός χωρίς να αφήσει πολλές αναμνήσεις. Εκτός από μία.

Βγήκα έξω. Η παραλιακή είναι γεμάτη κόσμο. Νέοι άνθρωποι κυρίως, μικρές παρέες, με καφέδες και λίγο φαγητό στο χέρι περπατάνε στον πρωινό ήλιο. Τα λεωφορείο δεν σφύζουν από επιβάτες, αλλά και πάλι… Κατεβαίνω στο Λευκό Πύργο. Η πλατεία της ΧΑΝΘ λούζεται από φως και μ’ αρέσει αυτή η φαινομενική ησυχία. Θέλω να πάω με τα πόδια μέχρι το λιμάνι. Οι εκδηλώσεις έχουν ακυρωθεί. Όμως θα βρεθούμε εκεί στα παγκάκια με την παρέα μου. Το μουσείο φωτογραφίας είναι ένας ωραίος χώρος να επισκεφτείς. Μετά θα αράξουμε απέξω, θα βγάλουμε φωτογραφίες και θα ακούσουμε μουσική από κάποιο κινητό και φορητό ηχείο. Οι συζητήσεις θα δίνουν και θα παίρνουν για ότι συμβαίνει αλλά θα μας πάρει λίγο για να αλλάξουμε θέμα. Όλο και κάποιος θα πει καμιά χαζομάρα. Ξεκινώ με τα πόδια, η μέρα είναι τέλεια. Καθαρό φως και καλός καιρός σε μια ανοιξιάτικη Θεσσαλονίκη. 

Στην παρέα μου έχουμε ανάμεικτα συναισθήματα. Νομίζουμε ότι όλα είναι μια πλάκα. Και περνάμε καλά! Ίσως και να φταίνε όλες αυτές οι ατάκες στα σόσιαλ. Από τη μία σε κάνουν να ανησυχείς για τα πάντα και παράλληλα να απορρίπτεις τα ίδια πάντα. Οπότε κι εγώ μένω μαζί τους όταν θέλω να μην σκέφτομαι και πολλά, γελάω δυνατά, σκρολάρω ακατάπαυστα, πίνω καφέδες και μπύρες μαζί τους, τρώω μπραντς ακόμα και τις πιο άκυρες ώρες κι όταν κουραστώ τους αφήνω. Έτσι κάνουμε όλοι. Ισορροπία κοινωνικότητας.

Το ταξίδι στο πλακόστρωτο προς το λιμάνι είναι πανέμορφο. Αρκετός κόσμος περπατάει χαλαρά. Δεν βλέπεις ζευγάρια να κρατιούνται από το χέρι, ούτε σακούλες από ψώνια. Εντοπίζεις ελάχιστους τουρίστες και τα αμάξια είναι τόσα που δεν σου κάνουν εντύπωση. Το ίδιο συμβαίνει και στην πλατεία Αριστοτέλους. Εκεί μερικές γιαγιάδες και πάλι ταΐζουν τα περιστέρια που κάνουν κύκλους από πάνω και κάθονται στα άδεια μπαλκόνια των ξενοδοχείων και των φροντιστηρίων. Μια πόλη για φωτογράφιση. 

Όταν φτάνω στο τέρμα διαπιστώνω ότι συνάντησα περισσότερους ψαράδες απ’ ότι συνήθως. Άνθρωποι γυρτοί με το καλάμι τους να πραγματοποιούν τις ίδιες αέναες και χορευτικές κινήσεις με τα χέρια τους κι ολόκληρο το σώμα. Οι πολιτιστικές εκδηλώσεις έχουν περιοριστεί αλλά τριγύρω υπάρχουν τόσες ομορφιές που πρέπει να παρατηρήσεις σαν κριτικός έτοιμος να συμμετέχεις λόγω έλλειψης επαγγελματικής ανάθεσης. Στο παρασκήνιο οι φωνές των γλάρων και τα φορτωμένα σαν πολυκατοικίες μεταφορικά πλοία στα ανοιχτά της θάλασσας. Το αιώνιο βουνό του Ολύμπου απέναντι, καθαρό και χιονισμένο τοπίο ενός πίνακα που ποτέ δεν σταματάει να εκπλήσσει με την οπτική ποικιλία του.

Με τα παιδιά καθίσαμε στα ξύλινα παγκάκια της προβλήτας. Είπαμε ότι το δώρο αυτό των ενδιάμεσων διακοπών Χριστουγέννων με Πάσχα είναι ανεκτίμητο. Βγάλαμε φωτογραφίες και τις ανεβάσαμε την ίδια στιγμή. Είναι από τις πιο όμορφες που έχουμε ποστάρει ποτέ. Κι από την ανταπόκριση καταλάβαμε ότι η πόλη ζει μέσα από ένα τεράστιο ιστό κοινωνικών δικτύων. Ο καφές στο χέρι καθώς περπατάς στον ήλιο και η κουβέντα με φίλους είναι ο καλύτερος τρόπος να απολαμβάνεις μικρές στιγμές. Ο ανεπαίσθητος κυματισμός στα πόδια μας και οι γερανοί λίγο πιο κάτω συμπληρώνουν με μικρές πινελιές το τοπίο της Θεσσαλονίκης. Θα κάτσω λίγο ακόμα και θα επιστρέψω στη γειτονιά μου. 

Η πόλη αδειάζει. Αρχικά μου αρέσει αυτό. Ησυχία… Σκέφτομαι ότι είναι όμορφο να μείνω σπίτι. Τόσο καιρό ζητούσα χρόνο για τον εαυτό μου. Να ασκήσω τα ενδιαφέροντά μου χωρίς να φοβάμαι ότι τώρα θα με καλέσουν για να βγω μια βόλτα, να ακούσω μουσική μαζί με άλλους, να φάω με μεγάλη παρέα ή να κάνω μια επίσκεψη με όλο το σόι μου στο σπίτι των γονιών μου.

Δεν χρειάζομαι καμία απαγόρευση κυκλοφορίας για να μου δείξει την κρισιμότητα της κατάστασης. Αρνούμαι πια να ενημερωθώ παρά μόνο για τα απόλυτα γεγονότα και τις σημαντικές ανακοινώσεις. Τηλεφωνώ συχνά στους δικούς μου. Τους καθησυχάζω κι αρνούμαι να πάω να τους δω παρά μόνο αν είναι μεγάλη ανάγκη. Το καταλαβαίνουν. Όλοι αντιλαμβάνονται την κρισιμότητα της στιγμής. Κι είναι ιστορικής σημασίας να μπορέσουμε να μείνουμε όρθιοι και συγκαταβατικοί στα πάντα που συμβαίνουν τριγύρω μας.

Μιλάω με τον παππού μου. Φοβάται και παράλληλα αρνείται να υπακούσει και να θέλει να βγει βόλτα. Του λέω ότι μπορώ να του φέρω εγώ έξω από την πόρτα ότι χρειάζεται. Όταν μου ζητάει να πάω απλά να τον δω ή να τον συντροφεύσω για λίγο έξω νευριάζω. Προσπαθώ να του δώσω να καταλάβει ότι επειδή τον αγαπώ δεν θέλω να το κάνω αυτό. Αρχικά αντιδράει, δεν έρχομαι σε σύγκρουση. Προσπαθώ να του πω ότι όσο ο κόσμος θα συνεχίσει να γυρνάει, όχι μόνο γύρω από τον εαυτό του αλλά και σε ένα τεράστιο σύμπαν όπου τα πάντα έχουν μια τροχιά, εμείς θα είμαστε μαζί, έτοιμοι να απολαύσουμε τα πανέμορφα τοπία, τις ηχηρές μουσικές, τις λέξεις που κεντάνε ένα παραδοσιακό σχέδιο σε σύγχρονο κάδρο και μπορούμε να περπατάμε μαζί ακόμα και από μακριά. Δείχνει να ηρεμεί.

Ψάχνω στη βιβλιοθήκη μου βιβλία που στοίβαζα τόσα χρόνια. Τα ανοίγω ένα – ένα. Ακόμα και σ’ αυτά που δεν είχα σημειώσει κάτι (άρα μάλλον δεν είχα διαβάσει) θυμάμαι στιγμές κι αποφασίζω να δημιουργήσω κι άλλες μαζί τους. Αυτή τη φορά η ανάγνωση θα είναι το κυριολεκτικό καταφύγιο. Προσπαθώ να μην κοιτώ την οθόνη του κινητού. Τελευταία ανάβει για κάθε λογής είδηση, συνήθως καταστροφολογιών ή άλλων με αδιάφορης χρήσης λέξεων κλειδιά.

Σκέφτομαι ότι έχω μία βιβλιοθήκη για να περάσω ολόκληρη τη ζωή μου μέσα της. Επίσης παράλληλα θέλω να ανακαλύψω κι άλλα πολλά. Δεν έχω μια κρυστάλλινη γυάλα για να δω τι θα συμβεί αύριο ή ακόμα και το επόμενο λεπτό. Έχω μια θέληση να ζήσω και να νιώσω εκπλήξεις, θυμό, χαρά και πόνο. Μαζί μου θέλω και ανθρώπους να μοιραστώ τις εμπειρίες αυτές. Κι αν σήμερα υπάρχει ένα κενό ανάμεσά μας είναι για να πετάξουμε χέρι – χέρι σύντομα.

Στην τηλεόραση τα πράγματα είναι χαοτικά και παράλληλα γελοία. Μετά το πρώτο μισάωρο με τις ειδήσεις γεμάτες κρούσματα παλιά, κρούσματα νέα, κρούσματα πραγματικά και κρούσματα πιθανότατα ψευδή, αρχίζουν οι άλλες, οι δήθεν πολιτιστικές. Όταν ο Θεός έχει κέφια κάποιοι λένε, εγώ όμως αρχίζω να χάνω τα δικά μου. Δεν μπορώ πια να ακούω τα ίδια και τα ίδια. Οι πάντες συζητάνε γι' αυτό. Αναρωτιέμαι για τα θέματα της στατιστικής επιστήμης και πως θα εξηγούσε τα ποσοστά που ανακοινώνονται σε σχέση με τον αριθμό δημόσιων προσώπων που χαμογελαστά νομίζουν ότι παράγουν θεάρεστο έργο λέγοντας ότι νοσούν. Το μακιγιάζ καλύπτει τόσο το πρόσωπο όσο και τα λεγόμενα αυτών των ειδήσεων. Ακόμα κι αν δεχτώ την κρισιμότητα, που την δέχομαι, και την αναγκαιότητα όλων αυτών των μέτρων πρόληψης, που κι αυτήν την δέχομαι, δεν μπορώ παρά να γελάσω πικρόχολα με την εικόνα των συμπολιτών μου, τουλάχιστον όπως μου την παρουσιάζουν μέσα από επίπεδες οθόνες κι επίπεδες απόψεις.

Κάθε λεπτό ρωτάω αν άξιζε όλο αυτό. Σε λίγο τα στοιχεία από τα κινητά μας τηλέφωνα θα είναι διαθέσιμα σε υπηρεσίες, πιθανότατα όχι μόνο κρατικές, για να εντοπίσουν ποιοι από εμάς ανήκουν στον επικοινωνιακό κύκλο των νοσούντων. Ο πυρήνας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων φέτος θα χτυπηθεί ακόμα περισσότερα. Χωρίς συγκατάθεση, για το καλό όλων (μας). Μερικές φορές προσεύχομαι για πλήρη κακοκαιρία ψηφιακών υπηρεσιών. Αλλά κι αυτές οι προσευχές μένουν στον πάτο καλυμμένες από στρώματα αιθανόλης και φθηνού αντισηπτικού. Η λατρεία μετακόμισε στα εσωτερικά των σπιτιών μας κι από εκεί μπήκε σε κάποιο συρτάρι μαζί με τα λοιπά άχρηστα αντικείμενα παρελθοντικών αναζητήσεων. Όταν έχεις μάθει να κάνεις τα πάντα με καθοδήγηση σου φαίνονται όλα τόσο λογικά, ακόμα κι αν εσύ δεν τα καταλαβαίνεις ή δεν βρίσκεις ιδιαίτερο νόημα σε μερικά. Ίσως δεν έδωσες βάση σε εκείνα τα μαθήματα των Αρχαίων και της Βιολογίας. Λες να φταίει που στα Θρησκευτικά δεν εξηγούνταν η θεωρία της εξέλιξης και στη Φυσική οι νόμοι των θρησκειών;

Αναρωτιέμαι πως είναι δυνατόν να κρατήσεις μέσα στα σπίτια εκατομμύρια συνταξιούχους και άλλα τόσα παιδιά, ελληνικής ή διαφορετικής καταγωγής. Ανθρώπους που αν δεν βρέχει δύσκολα μπορείς να τους περιορίσεις αφού τόσα χρόνια τους "πουλούσες" το παραμύθι του ήλιου και της θάλασσας, της φιλοξενίας και του καθαρού αέρα. Ξαφνικά ο αέρας βρόμισε. Εκείνη η μοναδική λέξη "φιλότιμο" θα πρέπει να κάνει την εμφάνιση της μέσα από κείμενα επιστημονικής φαντασίας, πάνω σε άρμα με άλογα που ίπτανται του λευκού πύργου και όλης της σκακιέρας. Σε λίγο κατόπιν ευρωπαϊκών συμβουλών θα υπάρξει κι επίσημα κατ' οίκων περιορισμοί. Ανθρώπινες μάζες μπροστά σε κάθε λογής οθόνες θα αφήνουν το σώμα και το πνεύμα να τρέφεται με στοιβαγμένα μακαρόνια από πολυεθνικά σουπερ μάρκετ; Πιθανόν.

Υποχρεωτική εφαρμογή, λένε στα νέα, κι εγώ δεν θέλω να ακούω άλλα νέα. Ο πατέρας μου κλείστηκε στο σπίτι και μου δήλωσε ότι δεν θα ανοίξει σε κανέναν για να προστατέψει τον ίδιο και την μητέρα μου. Τα αδέρφια μου πήραν τα παιδιά τους και τους μίλησαν επί ώρες. Δημόσιοι υπάλληλοι και οι δυο τους, κάθισαν στην οικία και φυλάνε εναλλάξ με τους συζύγους βάρδιες στην πόρτα εξόδου. Το μόνο σίγουρο σ' αυτήν την εποχή είναι ότι το διαδίκτυο υπάρχει για να μας κρατάει σώφρονες μέσα στο αηδιαστικό περιτύλιγμα του. Αδυνατώ να πιστέψω ότι ακόμα και τόσα πολλά χρόνια καλλιεργημένου φόβου στις τελευταίες γενιές μπορούν να συγκρατήσουν στο εσωτερικό άσχημων πολυκατοικιών ανθρώπους. Όμως και πάλι μήπως υπερβάλω για ελεύθερη βούληση κατόπιν ελεύθερης σκέψης; Τότε γιατί εχθές το βράδυ υπήρχαν τόσα πηγαδάκια με τη συντροφιά σύγχρονων ποπ - λαϊκών ασμάτων και περίεργα έβηχαν λίγο πριν σκάσουν στα γέλια όταν περαστικοί τους κοιτούσαν κάτω από τις εικονικές μάσκες καταδοτών;

Ξαναπιάνω το βιβλίο μου. Αυτό κάνω συνέχεια. Διαβάζω λίγο, το αφήνω, ανοίγω το κινητό, ξανά από την αρχή, μια επανάληψη που διακόπτεται από συχνές ποσότητες φαγητού κι ελάχιστα υγρά. Η καλή διάθεση που είχα στην αρχή του διημέρου με εγκατέλειψε όπως και ο καλός καιρός. Όταν τελειώσει όλο αυτό πολλά πράγματα θα έχουν κλονιστεί. Αναμένω την ανθρωπότητα και κυρίως την ελληνική κοινωνία να αποδείξει ότι πραγματικά μπορεί να αναλογιστεί την ευθύνη της συμβίωσης μέσα στις δομές των κοινοτήτων, όπως οικογένεια, εργασιακός χώρος, παρέες κ.ά. ώστε να καταλάβω ότι κι από αυτό κάτι καλό ήρθε. Στην πιθανότατα αντίθετη περίπτωση κρατώ τα βιβλία μου και συνεχίζω να ταξιδεύω. Δεν θα κρατήσει πολύ. Έτσι πιστεύω. Από το φινιστρίνι της φαντασίας μου μερικοί καπνοί μου φαίνονται τόσο ισχνά ίσιοι που καταλαβαίνω ότι ο χρησμός είναι τυχαία λανθασμένος.

Βρίσκομαι ανάμεσα στις προσωπικές μου συμπληγάδες. Από τη μία η γιαγιά αγνοεί κάθε λέξη που μέχρι τώρα αποστήθιζε από την τηλεόραση και το βροχερό πρωινό βγαίνει στολισμένη σαν σε κηδεία επιστήθια φίλης της. Πήγε στην Κυριακάτικη Λειτουργία. Από την άλλη τα ανίψια μου, κάτι σαν τους Χιούι, Λιούι και Ντιούι ξεχύνονται στην νύχτα της συμπρωτεύουσας προς αναζήτηση υπαίθριας ημιπαράνομης καντίνας για αγορά αλκοολούχων όχι διαλυμάτων αλλά ποτών. Ποια από τις δυο αυτές κοινωνικές τάξεις να σιχτιρίσεις πρώτη; Η ερώτηση παύει να έχει κάποιο νόημα όταν αργά το απόγευμα, την ώρα που τα δελτία ειδήσεων και τρομολαγνείας ζηλεύουν την δόξα του μπαλκονιού αλλά παρόλα αυτά υπάρχει ένα ποσοστό πειθήνιων ντόπιων περίπου σαν το κόμμα των 25ημερών ή μοιρών στροφής. Είναι ξεκάθαρο αυτό που ζω. Μια πρώιμη παρέλαση γιατί θα αναβληθεί η επόμενη εθνική εορτή. Κοιτώ ψηλά μήπως υπάρχει και κάποια τιμητική αναχαίτιση, αλλά τελικά απλά πετώ τα σκουπίδια κι επιστρέφω στη θαλπωρή του άστοχου χάσταγκ μας.

Ενημερώνομαι ότι στα σούπερ μάρκετ υπάρχουν πια κλητήρες. Ένα παλιό επάγγελμα του κουτσομπόλη που γνώριζε τα πάντα λόγω της θέσης του στην είσοδο των πολυκατοικιών, αποκτά νέα αισθητική και αναβαθμίζεται. Μετριούνται τα νομιμοποιημένα τετραγωνικά όπως και οι πελάτες που παραμένουν στωικά στις ουρές κρυμμένοι πίσω από στοίβες χαρτιών υγείας και συσκευασίες ζάχαρης. Μέχρι να έρθουν οι κάρτες για ν' ανοίγουν οι πόρτες του παραδείσου. Και μετά περιμένεις να καταλάβει ο πληθυσμός την εκθετική αύξηση των κρουσμάτων κι ότι η προσωπική υγιεινή πάει χεράκι με την κοινή λογική. Πουθενά δεν πάνε αυτά, μόνο στην κηδεία της ανθρωπιάς και της αγαπημένης εθνικής λέξης, κεντημένο σεμεδάκι για τον τοίχο, φιλότιμο, σαν μάρκα ακριβού κρασιού.

Οι ανοιξιάτικες μέρες θα συνεχιστούν. Ελάχιστο καυσαέριο στην ατμόσφαιρα. Άνθρωποι που κυκλοφορούν με μάτια και πίσω στην πλάτη κι άλλοι αδιάφοροι ή καλά κρυμμένοι πίσω από τις μάσκες προσώπου τους. Ένα παιχνίδι κινήσεων χωρίς στρατηγική. Στον αγώνα των εντυπώσεων θρονιάζονται νικητές και δαφνοστεφανώνονται οι Ιταλοί που έχουν προνοήσει για δωρεάν πορνό με καταϊδρωμένους τους ντόπιους αποτυχημένους ινφλουέτζερς (sic) και τις προτροπές τους για φιλαναγνώστες. Όλα μέσα σε συσκευασίες συνωμοσιών. Είχαν προβλεφθεί, ήταν αναμενόμενα κι άλλα τέτοια από ανθρώπους που αναζητούν τους από μηχανής θεούς τους.

Η Κίνα από όπου ξεκίνησε ο ιός, έχει αναχαιτίσει τα κρούσματα. Η πόλη όπου πωλούνται άγρια ζώα για τις τεχνητές ανθρώπινες ανάγκες έγινε μέρος επίσκεψης αξιωματούχων οι οποίοι κι έστειλαν υλικό από το στοκ τους στις πρώτες πληγμένες χώρες της Ευρώπης. Η σύζυγος του Ισπανού πρωθυπουργού νοσεί, ενώ οι χώρες που πρώτες αντιμετώπισαν την κρίση αρχίζουν να εμφανίζουν καθησυχαστικά νούμερα. Στην άλλη μεριά του Ατλαντικού και σε μια επανάληψη της στάσης κοντά στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, η εκεί μεγαλοδύναμη προσπαθεί να βγει κερδισμένη χωρίς να ρίξει κάποια βόμβα στην Ασία αυτή τη φορά. Αποσύρεται από το Ευρωπαϊκό έδαφος και αλλάζει τη σημασία των δηλώσεων αναλόγως με το άνοιγμα του χρηματιστηρίου κάθε μέρα. Ο κύκλος του αυγού (τεχνοκράτες) και της κότας (λαϊκιστές) έχει ξανά πολλούς δρομείς μέσα του.

Ίσως να ξαναπεράσω από το σούπερ μάρκετ τώρα που μεσημεριάζει. Δεν ξέρω κι αν έχουμε και σήμερα κανένα διαδικτυακά οργανωμένο ραντεβού στα μπαλκόνια. Να ευθυμήσουμε και να ονειρευτούμε τον μόσχο τον σιτευτό που τόσο μας έλειψε. Φαντάζομαι τα πασχαλινά τραπέζια, ξέχειλα από ζωικά προϊόντα και ζωώδη ένστικτα. Όμως βιάζομαι. Προσωρινά ας κάνω μια ανανέωση στο φίντ μου και να πάω να πιω μισό κουταλάκι αντισηπτικό να στανιάρω. Κι είμαστε ακόμα στην αρχή λένε οι επιστήμονες. Όταν οι άλλοι ανακοινώνουν ότι το καταπολεμήσαν στα εργαστήρια, εμείς ακούμε πρωθυπουργούς να τραγουδάνε και φαντάζομαι ήδη τους γλύπτες στην αγορά της Κίνας να λαξεύουν τους σύγχρονους άτλαντες. Ομαλοποίηση παγκόσμιας οικονομίας με δασμούς εν όψη! Οι υπόλοιποι θα τρέχουν να καλύψουν τις χαμένες ώρες λατρείας και τις καρδούλες στα σόσιαλ.

Ι
Νομίζω ότι ξέμεινα από σπίρτα. Ή βραχήκαν τα βεγγαλικά από τα μάτια μου και τίποτα δεν γράφουν στον ουρανό της πόλης. Νομίζω ότι έρχονται χωρίς κανένα ενδοιασμό. Να παίξουν με το σώμα που άφησα ανάμεσα στις σακούλες χωρίς ειδικό τέλος αντί-ρύπανσης. Νομίζω ότι η Μνήμη ισούται με Μηδέν και το νησί εξόκειλε σε λάθος Μήτρα. 

Κ
Το βράδυ παρατήρησα τις γάτες να κυκλοφορούν με τεράστια αυτοπεποίθηση ανάμεσα στα άδεια πεζοδρόμια και τους ήσυχους δρόμους. Χωρίς φόβο κάτω από την λάμψη μιας παλιάς ταινίας του ’80. Ξαφνικά μπροστά μου σχηματίζεται το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου με τις αλουμινένιες μπαλκονόπορτες. Εκείνους τους χειμώνες που υπήρχαν τοίχοι τριγύρω μου και δεν με ενοχλούσε το κρύο. Κι ήταν περισσότερο από αυτό των τελευταίων ετών. Ακόμα κι από πρόπερσι που το χιόνι παρέλυσε ένα βράδυ την πόλη κι οι άνθρωποι περπατούσαν με τις ώρες, κάτι ανάμεσα σε παλιμπαιδισμό και παλινδρόμηση μεγάλης ποσότητας αλκοόλ και γκουρμέ χριστουγεννιάτικων πιάτων. 

Μπροστά στην πλατεία, που τότε ακόμα είχε υψωμένους μαντρότοιχους, σκουριασμένες κούνιες και πάντα φρεσκοκουρεμένο χορτάρι, έσβησα πολλές τούρτες γενεθλίων. Μετά έμεινα μόνος. Δεν είχε γούστο έτσι, οπότε κι έπιασα δουλειά. Έμαθα να κοροϊδεύω με μεγάλη ταχύτητα τους παρόχους λίγων χρημάτων για τη διαβίωσή μου εκτός χαρτόκουτων. Ήταν μια λεπτή γραμμή συμφωνίας, βρισίματος και κουνήματος του κεφαλιού καθώς το βλέμμα πλανιέται λίγο πάνω από τον αριστερό τους ώμο. Μέχρι εκεί έφτανα κι ήταν επιτυχημένη η παράσταση.  

Λ
Άραγε σου αφιέρωσε κανείς ένα βιβλίο; Τόσο σου άρεσε να διαβάζεις, να χαρίζεις, να μοιράζεις λέξεις γεμάτες συναισθήματα, αφού εσύ δεν προλάβαινες παρά μόνο να γεμίζεις τα ποτήρια νερό και να κρύβεις κάτω από το χαλί τα λάθη και τα δάκρια. Τώρα ένα καντήλι μόνο, που η μάνα προσπαθεί να κρατάει καθαρό, όπως το αμάξι προσπαθεί να ανέβει τον παγωμένο δρόμο κι ο φύλακας φωτίζεται σαν άγγελος από το διπλανό μοναστήρι. Φταίει το κινητό τηλέφωνο που είναι στη μέγιστη διαύγεια οθόνης λόγω μυωπίας του εργαζομένου και ο γειτονικός ηλεκτρικός σταθμός.

Μ
Μίσος μέσα από χαιρετισμούς. Μονάδες άσπιλες και μολυσμένες που δεν κατανοούν τη διαφορά μεταξύ ψυχικής και σωματικής γύμνιας. Μάνα δίχως υλικά να ψήσει τον μαγικό ζωμό. Μηδέν εις το πηλίκιο του έφεδρου που όλο κι αναμένει το κάλεσμα για να πάρει προαγωγή. Μήπως περάσανε τόσες δεκαετίες και κάπου χάθηκε ο γαλανόλευκος φάκελος; (Περιμένατε την άλλη λέξη από «Μ», έτσι δεν είναι; Η μοναξιά όμως γράφεται με «Ν»).

Ν
Δεν μπορώ να ενώσω τα σημεία του χρόνου… Αδυνατώ να ορίσω τους αριθμούς και τις εντολές που με κατακεραυνώνουν καθημερινά από δελτία και κοινωνικά δίκτυα. Θέλησα να κάνω μια καταγραφή, όμως κάθε εισπνοή μου είχε θανάτους και οι εκπνοές έβγαιναν άχρονες και βιασμένες. 

Έκλεισα κάθε συσκευή. Άφησα τους ήχους από το μολύβι να γρατζουνάνε το λαιμό μου αντί για καπνό. Οι λέξεις δεν έβγαιναν όπως κάθε άλλη φορά. Η γένεση τους καθυστερούσε μέσα στο σύννεφο από νεκρά χελιδόνια και κιγκλιδώματα θαλάσσης. Που είναι οι συγγραφείς της παρέας μου όλα αυτά τα χρόνια; Οι φίλοι που μοιράζονται τη χαρά με την ίδια ευκολία που μαρτυράν τη θλίψη; Και τα χέρια μου γιατί αρνούνται να τραβήξουν το μυαλό σε αντίθετη κατεύθυνση από την απαγόρευση κυκλοφορίας; Δεν χωρώ σε κανένα μήνυμα μέσα και το χαρτί που συμπληρώνω έχει συνέχεια διορθώσεις, παραπομπές και άχαρα σχέδια απόγνωσης.

Καθημερινή πλοκή ενός ανιαρού μυθιστορήματος. Τεράστια ποσότητα πληροφορίας και επαναλαμβανόμενα μοτίβα συμπεριφοράς και κενών λόγων με ανόητους υπέρτιτλους. Φτιάχνω συνέχεια φύλλα προστασίας για τα βιβλία μου. Ντύνω τον Καμύ λευκό, τον Νικολά με χαρτί συσκευασίας καφετί, ο Μπορίς έχει για πουκάμισο ένα λεκιασμένο από λάδι χαρτί και η Κική φόρεσε διαστημική πανοπλία με αλουμινόχαρτο. Προχωράμε μαζί. Κάτω από τα ξύλα της σοφίτας που βρέθηκα ηθελημένα και κάθομαι κάθε στιγμή στο χαμηλό της παράθυρο να παρατηρώ τον έξω κόσμο που είναι τόσο κοντά μου και όμως δεν θέλω να αγγίξω. Ίσως με φόβισαν οι μέρες δίχως έργα.

Αμφισβητώ τη σοφία των παρευρισκομένων κατόπιν αλφαριθμητικών μηνυμάτων περιπατητών. Πράττουν χωρίς συνείδηση, ίσως από αντίδραση, όπως καταναλώνουν κάθε λογής συναλλαγές, ανέπαφα και βιοποριστικά ανούσια. Ακόμα και η μαγειρική έχει μέσα τις ακτίνες από τις ηλεκτρονικές συνταγές, δονήσεις από τις φωνές τηλεπαρουσιαστών και συμβουλές δασκάλων άνευ φαντασίας. Κι όμως, εγώ φανταζόμουν ότι αυτό που όλοι ευχόμασταν να μας συμβεί δεν θα συνέβαινε ποτέ. Συνέβη. Και τώρα σπαταλάμε τις σταγόνες αυτού του χρόνου χωρίς σύνεση, χωρίς βούληση, αόριστα και με ιδιοτέλεια των στιγμών που συγκεντρωμένες έχουν περισσότερο σίδηρο τόσο από τις κατάλληλες τροφές όσο κι από τα κάγκελα της προσωπικής φυλακής μας.

Μου είναι εύκολο να γυρίσω πίσω το χρόνο. Θυμάμαι τις αμυγδαλιές να γράφουν με άσπρα και ροζ άνθη το λογότυπο της άνοιξης στο γαλανό ουρανό. Τους συμπαίχτες μου στις λαϊκές αγορές να καταστρώνουν μεγαλόπνοα πλάνα για την Καθαρά Δευτέρα, τη Σαρακοστή, το Πάσχα και τέλος να καθαρίζουν το τροχόσπιτο στο μόνιμο κάμπινγκ, αυτή τη χρονιά ένα ακόμα κερδισμένο τετράγωνο πιο κοντά στην παραλία. Μόνο το ψυγείο φαίνεται να σκούριασε, παρόλο που ο χειμώνας δεν ήταν βαρύς.

Έπειτα κοροϊδεύαμε την ετοιμότητα και πλαστικότητα των πράξεων μιας ηπείρου μακρινής. Ραδιοφωνικοί παραγωγοί επευφημούσαν τις ειδήσεις των νοσοκομείων τριών ημερών και συσκευών εντοπισμού πολιτών σαν μέρος του μεγάλου καρνάβαλου. Μέχρι που χτύπησε την πόρτα. Μέσα σε μια συσκευασία καταναλωτικών κι αχρείαστων αγαθών αγορασμένα χωρίς σκέψη, με τσαλακωμένο από ιδρώτα χρήμα. Από τα δυτικά. Εκεί είχαμε εναποθέσει την εμπιστοσύνη μας τελευταία, φίλια προσκείμενη ράτσα που επισκέπτεται με ιστιοπλόα κι εμείς ανταποδίδουμε με κατάποση υψηλής ραπτικής.
Σαν άρχισαν οι εκατοντάδες να πλησιάζουν τις χιλιάδες, οι μέρες να σκοτεινιάζουν παρόλο που οι ώρες τους αυξανόντουσαν και οι γιαγιάδες να απαγορεύεται να ασκούν το άθλημα της προσοχής επόμενων γενεών μπροστά σε άγνωστες συσκευές, τρομάξαμε. Πλάσαμε νέους μύθους κι ιστορίες για να σπαταλήσουμε το χρόνο κι εγώ πλανήθηκα και σ’ αυτό το σύμπαν που ποτέ δεν αγάπησα. Με παρακολούθησα μπροστά σε διαφόρων διαστάσεων οθόνες να πανικοβάλλομαι και να σπέρνω τρανά λιπαρά συσκευασμένων τροφών στα εσώτερα μου. Κι εκεί σταμάτησα.

Βγήκα από την αγέλη, ξέρω καλά τον τρόπο, χρόνια εκπαίδευση και μαεστρία κινήσεων χρειάζεται. Όχι κρυφά από το βλέμμα του ήλιου, εκεί από κάτω του κι ας κρύβεται στα ανοιξιάτικα σύννεφα. Σήκωσα στις σκεβρωμένες από τα χρόνια άχαρης δουλειάς πλάτες όλο το εσώτερο βάρος και σαν Άτλας είπα να σώσω το συκώτι μου και ν’ αρνηθώ για μαξιλάρι τον ουρανό. Έφτιαξα μέρα με τη μέρα μια σχεδία από τα ξύλα που ζυμώθηκαν με αναμνήσεις και γνώσεις σαράντα και βάλε ημερών. Παρέκαμψα τα κιγκλιδώματα της παραλίας από ψηλά κι έδεσα στον κάβο ενός αραγμένου μεταλλικού τόξου. Ταλανίζομαι ακόμα εκεί, εδώ.

Μπορείς να με δεις; Φαίνομαι από το μικρό παράθυρο του φωταγωγού. Αλλά δεν κοιτάς. Είσαι οικιοθελώς τυφλός, σκύβεις και παρατηρείς το λεκιασμένο πεζοδρόμιο, ψάχνεις στα σκουπίδια πεταμένες δόξες αγνώστων γειτόνων σου, χαϊδεύεις από μακριά νεογνά γατιά αλλά δεν κοιτάς εμένα. 

Τώρα που ο καιρός πήρε να φτιάξει, αισθάνομαι καθαρότερος από ποτέ μέσα σ’ αυτή την άνοιξη. Θα γίνω και σοφότερος. Δεν μπορεί, έχω διαβάσει τόσα και δεν θα τα σβήσουν με γομολάστιχα από τις σκέψεις μου οι τρεις εβδομάδες οικιοθελούς νοητικής χαλάρωσης. Παραμένω ένα σύνολο υδατανθράκων και νερού που ίπταται γιατί έχει βούληση. Αρνούμαι να προσγειωθώ κι ας κρυώνω κάποια βράδια κι ας πεινάω όλες τις ώρες που δεν κουνώ τα χέρια μου στο χορό της αγαλλίασης. Προσδοκώ μια ματιά ψηλότερα από το σβέρκο, αυτήν που θα βάλει το ένα χέρι για αντηλιά και θα μου ψιθυρίσει τόσο δυνατά «Έλα, ήρθε η ώρα. Δεν είσαι μονάχος». 

Θα με βρει να στέκομαι αυτό το πολύχρωμο δευτερόλεπτο, με καθαρή ψυχή κι αλέκιαστες μνήμες. Μια αγκαλιά να κάνω με το καλάθι των προσφορών παραμάσχαλα, κατόπιν να τεντώσω τα ακροδάχτυλα και να τραβήξω τον κόσμο ολάκερο, γυμνό κι άδειο από γκριζωπούς οβολούς, εδώ… μαζί μου. Δεν θα ‘μαι πια μονάχος μου, ποτέ.

Ξενοφών Λαζαρίδης, Ηλιόλουστο, 22 Μαΐου 2020
Κείμενα απ’ τον καιρό της καραντίνας Μάρτιος – Απρίλιος 2020

Ο Ξενοφών αποκλείστηκε πριν 44 χρόνια στον ηλιόλουστο τόπο που οι κάτοικοί του φτύνουν και οι απόμακροι φθονούν. Εργάστηκε στον τομέα εξυπηρέτησης πελατείας, αηδίασε κι αποσύρθηκε πρόωρα για τους συντοπίτες του, καθυστερημένα για τους δαίμονες του.
Έχει γράψει διάφορα διηγήματα κι αφηγήματα με ονόματα που κι ο ίδιος ξέχασε. Δημιουργεί ήχους και περπατάει στις σκιές που αφήνουν οι φιλοδοξίες σας για μια καλύτερη ζωή. Εκεί θα τον βρείτε.

Πέμπτη 9 Απριλίου 2020

Αυτός ο Απρίλης με το διπλό εικοσάρι και τα κλειστά σχολειά.


Δεν μπορώ να ενώσω τα σημεία του χρόνου… Αδυνατώ να ορίσω τους αριθμούς και τις εντολές που με κατακεραυνώνουν καθημερινά από δελτία και κοινωνικά δίκτυα. Θέλησα να κάνω μια καταγραφή, όμως κάθε εισπνοή μου είχε θανάτους και οι εκπνοές έβγαιναν άχρονες και βιασμένες. 

Έκλεισα κάθε συσκευή. Άφησα τους ήχους από το μολύβι να γρατζουνάνε το λαιμό μου αντί για καπνό. Οι λέξεις δεν έβγαιναν όπως κάθε άλλη φορά. Η γένεση τους καθυστερούσε μέσα στο σύννεφο από νεκρά χελιδόνια και κιγκλιδώματα θαλάσσης. Που είναι οι συγγραφείς της παρέας μου όλα αυτά τα χρόνια; Οι φίλοι που μοιράζονται τη χαρά με την ίδια ευκολία που μαρτυράν τη θλίψη; Και τα χέρια μου γιατί αρνούνται να τραβήξουν το μυαλό σε αντίθετη κατεύθυνση από την απαγόρευση κυκλοφορίας; Δεν χωρώ σε κανένα μήνυμα μέσα και το χαρτί που συμπληρώνω έχει συνέχεια διορθώσεις, παραπομπές και άχαρα σχέδια απόγνωσης.

Καθημερινή πλοκή ενός ανιαρού μυθιστορήματος. Τεράστια ποσότητα πληροφορίας και επαναλαμβανόμενα μοτίβα συμπεριφοράς και κενών λόγων με ανόητους υπέρτιτλους. Φτιάχνω συνέχεια φύλλα προστασίας για τα βιβλία μου. Ντύνω τον Καμύ λευκό, τον Νικολά με χαρτί συσκευασίας καφετί, ο Μπορίς έχει για πουκάμισο ένα λεκιασμένο από λάδι χαρτί και η Κική φόρεσε διαστημική πανοπλία με αλουμινόχαρτο. Προχωράμε μαζί. Κάτω από τα ξύλα της σοφίτας που βρέθηκα ηθελημένα και κάθομαι κάθε στιγμή στο χαμηλό της παράθυρο να παρατηρώ τον έξω κόσμο που είναι τόσο κοντά μου και όμως δεν θέλω να αγγίξω. Ίσως με φόβισαν οι μέρες δίχως έργα.

Αμφισβητώ τη σοφία των παρευρισκομένων κατόπιν αλφαριθμητικών μηνυμάτων περιπατητών. Πράττουν χωρίς συνείδηση, ίσως από αντίδραση, όπως καταναλώνουν κάθε λογής συναλλαγές, ανέπαφα και βιοποριστικά ανούσια. Ακόμα και η μαγειρική έχει μέσα τις ακτίνες από τις ηλεκτρονικές συνταγές, δονήσεις από τις φωνές τηλεπαρουσιαστών και συμβουλές δασκάλων άνευ φαντασίας. Κι όμως, εγώ φανταζόμουν ότι αυτό που όλοι ευχόμασταν να μας συμβεί δεν θα συνέβαινε ποτέ. Συνέβη. Και τώρα σπαταλάμε τις σταγόνες αυτού του χρόνου χωρίς σύνεση, χωρίς βούληση, αόριστα και με ιδιοτέλεια των στιγμών που συγκεντρωμένες έχουν περισσότερο σίδηρο τόσο από τις κατάλληλες τροφές όσο κι από τα κάγκελα της προσωπικής φυλακής μας.

Μου είναι εύκολο να γυρίσω πίσω το χρόνο. Θυμάμαι τις αμυγδαλιές να γράφουν με άσπρα και ροζ άνθη το λογότυπο της άνοιξης στο γαλανό ουρανό. Τους συμπαίχτες μου στις λαϊκές αγορές να καταστρώνουν μεγαλόπνοα πλάνα για την Καθαρά Δευτέρα, τη Σαρακοστή, το Πάσχα και τέλος να καθαρίζουν το τροχόσπιτο στο μόνιμο κάμπινγκ, αυτή τη χρονιά ένα ακόμα κερδισμένο τετράγωνο πιο κοντά στην παραλία. Μόνο το ψυγείο φαίνεται να σκούριασε, παρόλο που ο χειμώνας δεν ήταν βαρύς.

Έπειτα κοροϊδεύαμε την ετοιμότητα και πλαστικότητα των πράξεων μιας ηπείρου μακρινής. Ραδιοφωνικοί παραγωγοί επευφημούσαν τις ειδήσεις των νοσοκομείων τριών ημερών και συσκευών εντοπισμού πολιτών σαν μέρος του μεγάλου καρνάβαλου. Μέχρι που χτύπησε την πόρτα. Μέσα σε μια συσκευασία καταναλωτικών κι αχρείαστων αγαθών αγορασμένα χωρίς σκέψη, με τσαλακωμένο από ιδρώτα χρήμα. Από τα δυτικά. Εκεί είχαμε εναποθέσει την εμπιστοσύνη μας τελευταία, φίλια προσκείμενη ράτσα που επισκέπτεται με ιστιοπλόα κι εμείς ανταποδίδουμε με κατάποση υψηλής ραπτικής. 

Σαν άρχισαν οι εκατοντάδες να πλησιάζουν τις χιλιάδες, οι μέρες να σκοτεινιάζουν παρόλο που οι ώρες τους αυξανόντουσαν και οι γιαγιάδες να απαγορεύεται να ασκούν το άθλημα της προσοχής επόμενων γενεών μπροστά σε άγνωστες συσκευές, τρομάξαμε. Πλάσαμε νέους μύθους κι ιστορίες για να σπαταλήσουμε το χρόνο κι εγώ πλανήθηκα και σ’ αυτό το σύμπαν που ποτέ δεν αγάπησα. Με παρακολούθησα μπροστά σε διαφόρων διαστάσεων οθόνες να πανικοβάλλομαι και να σπέρνω τρανά λιπαρά συσκευασμένων τροφών στα εσώτερα μου. Κι εκεί σταμάτησα.

Βγήκα από την αγέλη, ξέρω καλά τον τρόπο, χρόνια εκπαίδευση και μαεστρία κινήσεων χρειάζεται. Όχι κρυφά από το βλέμμα του ήλιου, εκεί από κάτω του κι ας κρύβεται στα ανοιξιάτικα σύννεφα. Σήκωσα στις σκεβρωμένες από τα χρόνια άχαρης δουλειάς πλάτες όλο το εσώτερο βάρος και σαν Άτλας είπα να σώσω το συκώτι μου και ν’ αρνηθώ για μαξιλάρι τον ουρανό. Έφτιαξα μέρα με τη μέρα μια σχεδία από τα ξύλα που ζυμώθηκαν με αναμνήσεις και γνώσεις σαράντα και βάλε ημερών. Παρέκαμψα τα κιγκλιδώματα της παραλίας από ψηλά κι έδεσα στον κάβο ενός αραγμένου μεταλλικού τόξου. Ταλανίζομαι ακόμα εκεί, εδώ.

Μπορείς να με δεις; Φαίνομαι από το μικρό παράθυρο του φωταγωγού. Αλλά δεν κοιτάς. Είσαι οικιοθελώς τυφλός, σκύβεις και παρατηρείς το λεκιασμένο πεζοδρόμιο, ψάχνεις στα σκουπίδια πεταμένες δόξες αγνώστων γειτόνων σου, χαϊδεύεις από μακριά νεογνά γατιά αλλά δεν κοιτάς εμένα. 

Τώρα που ο καιρός πήρε να φτιάξει, αισθάνομαι καθαρότερος από ποτέ μέσα σ’ αυτή την άνοιξη. Θα γίνω και σοφότερος. Δεν μπορεί, έχω διαβάσει τόσα και δεν θα τα σβήσουν με γομολάστιχα από τις σκέψεις μου οι τρεις εβδομάδες οικιοθελούς νοητικής χαλάρωσης. Παραμένω ένα σύνολο υδατανθράκων και νερού που ίπταται γιατί έχει βούληση. Αρνούμαι να προσγειωθώ κι ας κρυώνω κάποια βράδια κι ας πεινάω όλες τις ώρες που δεν κουνώ τα χέρια μου στο χορό της αγαλλίασης. Προσδοκώ μια ματιά ψηλότερα από το σβέρκο, αυτήν που θα βάλει το ένα χέρι για αντηλιά και θα μου ψιθυρίσει τόσο δυνατά «Έλα, ήρθε η ώρα. Δεν είσαι μονάχος». 

Θα με βρει να στέκομαι αυτό το πολύχρωμο δευτερόλεπτο, με καθαρή ψυχή κι αλέκιαστες μνήμες. Μια αγκαλιά να κάνω με το καλάθι των προσφορών παραμάσχαλα, κατόπιν να τεντώσω τα ακροδάχτυλα και να τραβήξω τον κόσμο ολάκερο, γυμνό κι άδειο από γκριζωπούς οβολούς, εδώ… μαζί μου. Δεν θα ‘μαι πια μονάχος μου, ποτέ.

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2020

- διαδρομές

ήταν ένα μονοπάτι,
χαρτογραφημένο και ξεκάθαρο,
αρχινούσε από το πίσω μέρος του κρανίου μου
(κάπου ανάμεσα απ' τ' αυτιά μου)
και με φιδωτές υψομετρικές διαδρομές
έφτανε στο ψηλότερο σημείο του κόρφου μου

αρκεί να πάρεις λίγο χαρτί κι ένα μολύβι
και να μπήξεις την κοφτερή μύτη
μαζί με όλα τα ψέματα που σκόρπισες
και να σκουπίσεις έπειτα τις σταγόνες
απαλά με κυκλικές μαστορικές κινήσεις
και ν' αφήσεις ένα ματσάκι μαϊντανό εκεί

ήταν ένα μονοπάτι
που ήθελα να λησμονήσω την ύπαρξή του  
να μην αφήσω ποτέ κανένα να περιπλανηθεί
μάταια και δίχως προορισμό να χαθεί
τριγύρω από τον κόρφο μου 
και το μυαλό μου

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2020

Ευνουχισμένος Επαναστάτης

Η κομπιούτερ είχε πια γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας στο γραφείο. Γνώριζε τα πάντα. Έλυνε ακόμα και τα πιο αρχαία καίρια μυστήρια και τους πιο σύγχρονους γρίφους. Η κλασική ημέρα της ξεκινούσε νωρίς. Έπινε τον μοσχομυρισμένο καφέ ωσάν πρεσβύτερα που αναμένει τον σύζυγο από τον όρθρο. Είχε ήδη μπανιαριστεί και παρφουμαριστεί απαγγέλοντας εμπειρικούς στίχους του Ανδρέα.  

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2019

Ορκίζομαι

Η πόλη που μεγάλωσα δεν είχε ιδιωτικά σχολεία, έτσι μόνο σε φροντιστήρια πήγαινα για να εμπλουτίζω τις γνώσεις μου, να κάνω βόλτα το απόγευμα, να δείχνω τα ρούχα, να ξεχωρίζω ανάμεσα στους υπόλοιπους και να κερδίζω το θαυμασμό των ιδιωτικών εκπαιδευτικών. Κάτι άνεργοι που δούλευαν με μπλοκάκι, οι άντρες σίγουρα με γουστάρανε, το πιθανότερο κι οι γυναίκες, που να βρουν το κουράγιο να μου το δείξουν όμως. Οι περαστικοί γυρνάγανε με ενθουσιασμό πάντως όταν πήγαινα κατά 'κει, καθώς διέσχιζα όλη την αγορά.

Ντυνόμουν με τα καλύτερα ρούχα. Τότε ήταν της μόδας τα μαγαζιά με ρούχα του κιλού. Σάπια φορέματα και πανωφόρια που ανακαλύφτηκαν στους μπλε κάδους και ανταλλάχτηκαν για ένα κομμάτι ψωμί. Είχα ψωμί στο σπίτι. Οι γονείς αν και άνεργοι και οι δυο τους είχαν διαμερίσματα προς ενοικίαση που τα είχαν κληρονομήσει. Περνούσα ώρες μέσα στα καταστήματα, αρκετές φορές έφευγα με κάτι συνολάκια που ήταν σχεδόν αφόρετα. Στο σπίτι δημιουργούσα, έβαζα τις δικές μου πινελιές. Ήθελα να είναι μοναδικά πάνω μου.

Έφτασε το πρωινό της ορκωμοσίας μου. Ήταν ανάγκη να βρέχει σήμερα; Τόσα έξοδα έκανα. Φυσικά ντύθηκα σαν κοκέτα. Δεν ξέρω τι σχέση έχει αυτό με εκείνο το άβολο ξύλινο κρεβάτι σε τρένο ή πλοίο. Ποτέ δεν έχω κοιμηθεί σε κάτι τέτοιο. Ούτε πρόκειται. Ειδικά μετά από σήμερα. Πραγματοποίησα το όνειρο του μπαμπά και της μαμάς. Μια από τις λίγες φορές που προηγείται εκείνος. Όπως τότε με τη βόλτα στο βουνό. Η μητέρα τον είχε στείλει πρώτο και πατούσε μέσα σε όλες τις τρύπες από λάσπη και σαπισμένα φύλλα. Τότε ήταν που αρρώστησε. Η πνευμονία τον ταλαιπωρεί ετησίως πια. Χαίρομαι που πρόλαβε την ορκωμοσία μου. Μου είχε υποσχεθεί ότι αυτή τη μέρα θα μου κάνει ένα μεγάλο δώρο. Ήμουν ακόμα στο νηπιαγωγείο όταν μου το έλεγε. Και σήμερα βρέχει!

Χαρά! Μόνο αυτή η λέξη περιγράφει τους πάντες γύρω μου. Κερδίζω όλα τα βλέμματα. Οι περισσότερες δεν θα είναι έτσι ντυμένες ούτε στο γάμο τους. Με περιμένουν όλοι. Θέλουν όλοι να φωτογραφηθούν μαζί μου. Από τώρα ξεκινάει η σταδιοδρομία μου. Το γραφείο διασύνδεσης θα κάνει την δουλειά του επιτέλους. Οι επιχειρήσεις είναι έτοιμες να δεχτούν τους νέους απόφοιτους. Κι εγώ είμαι η κορυφή που θα ακονίσουν τα νύχια τους για να με κατακτήσουν. Και θα τους αφήσω. Γιατί τώρα που είναι αρχή πρέπει να δώσω τα πάντα.

Ορκίστηκα εκείνο το βροχερό πρωινό. Ο πατέρας συγκινημένος και μετά νευριασμένος γιατί πήρε κλήση που πάρκαρε πάνω στην Εγνατία. Η μητέρα δεν σταμάτησε να τρώει τα νύχια που είχε φτιάξει το προηγούμενο απόγευμα στο σπίτι μιας άνεργης αισθητικού. Η αδερφή μου τραβούσε τα πάντα από το κινητό της. Η γιαγιά δεν ήρθε. Θρηνούσε ακόμα τον παππού κι ασβέστωνε το σπίτι στο χωριό.

Για τέσσερα χρόνια κοιτούσα τις φωτογραφίες κάθε πρωί στον υπολογιστή του γραφείου που δούλευα. Έμενα με τους γονείς μου και περιστασιακά σε σπίτια αγοριών που είχα σχέση μαζί τους. Ο καλύτερος ήταν αυτός με ένα ιδιόκτητο στο τρίτο όροφο που κάθε πρωί με πήγαινε μέχρι τη στροφή να πάρω το λεωφορείο. Χωρίσαμε μετά από μερικούς μήνες. Έκανε σχέση με την προϊσταμένη του. Είπε ότι έτσι θα είχε καλύτερη εξέλιξη στην εταιρεία. Μου πρότεινε να κάνω το ίδιο και μου άφησε να κρατήσω το σκυλί μας. Εγώ το πήγα στη γιαγιά στο χωριό να έχει και παρέα. Τελικά κατέληξε αδέσποτο.

Τα λεφτά δεν έφταναν να μείνω μόνη. Δεν ήθελα και να νοικιάσω κάτι άσχημο. Όλες οι φίλες μου μένανε σε ημιυπόγεια ή συγκατοικούσαν με τις σχέσεις τους. Δεν χωράμε στον ίδιο χώρο εγώ, η υστεροφημία μου και μια σχέση. Ταλαντεύομαι αν θέλω να πεθάνουν οι γονείς μου. Θα μου μείνει το σπίτι αλλά δεν θα έχω τη σύνταξή τους. Ας γίνει ότι είναι καλύτερο για αυτούς. Βαρέθηκα να αλλάζω δουλειές και τα συνολάκια μου τα έχουν δει όλοι. Τα βράδια μου παίρνει πια πολύ χρόνο να ετοιμαστώ από όσο κάθομαι έξω να διασκεδάσω. Αναζητώ ακόμα το τέλειο. Αλλά πιστεύω ότι έχει βρει το δικό του τέλειο.

Εκείνο το πρωί ήμουν σίγουρη ότι ήταν η καλύτερη δυνατή αρχή. Μήπως ήταν το τέλος; Τι έγιναν τα όνειρα για καριέρα; Μήπως πρέπει να φύγω στο εξωτερικό; Αλλά εκεί μένουν σε κοιτώνες και συναναστρέφονται με αλλοδαπούς και κυρίως ανατολίτες μελαψούς. Πόσο χρήματα να κερδίζουν αυτοί; Ορκίζομαι ότι δεν ήθελα να πάει έτσι. Ορκίζομαι ότι δεν ήθελα να γεράσω στο σπίτι που μεγάλωσα. Ορκίζομαι ότι δεν ήθελα να σπουδάσω κατά τύχη κάτι που θα κέρδιζα πολλά λεφτά. Ορκίζομαι ότι είχα όνειρα. Αλλά εκείνο το πρωινό η βροχή είχε κρατήσει τα λουλούδια τρυφερά και δροσερά. Παρασύρθηκα.

Είναι αργά τώρα; Ήταν αργά από πολύ νωρίς.

Στο κάτω ράφι

Υπάρχουν ιστορίες κρυμμένες στα θρανία των μαθητών Νηπιαγωγείων. Κάπου ανάμεσα στα μαξιλάρια και τα πλαστικά παιχνίδια χωρίς γωνίες, έχουν αφήσει τα παιδιά μια ζωγραφιά διαφορετική. Από αυτές που κάνουν το ένα φρύδι της κυρίας τους να ανασηκώνεται και με μια περίεργη αποστροφή δίνουν εντολή στα χέρια της να την αφήσει σαν ένα φύλλο που πάνω του περπατά ένα σκουλήκι λίγες ώρες πριν μεταμορφωθεί σε πεταλούδα.

Στο κάτω μέρος της βιβλιοθήκης βάζουν πάντα τα κακομεταχειρισμένα βιβλία. Μερικά είναι πολύ παλιά, αλλά για λόγους αισθητικής έχουν παραμείνει για να δείχνει η αίθουσα στα μάτια των ολιγόλεπτων επισκέψεων γονέων ότι είναι ένα πηγάδι πολιτισμού. Το ίδιο γίνεται και στο σπίτι. Κάπου ανάμεσα στο ζεσταμένο απογευματινό και τη βραδινή παραγγελία τα μάτια μπορούν να περιπλανηθούν σε βιβλία από εφημερίδες, σε άλλα του παππού, σε μερικά αναγνωστικά σουβενίρ από τις σχολικές ηλικίες όλων των κατοίκων του διαμερίσματος και μερικά που δωρίστηκαν από άλλους ηλίθιους που δεν είχαν όρεξη να εξερευνήσουν το ίντερνετ για την αγορά κάτι πιο προσωπικού, χρήσιμου ή τουλάχιστον που θα μπορούσε να αποτελέσει εκ νέου δώρο για κάποιον τρίτο.

Αυτά τα αντικείμενα παραμένουν άψυχα. Πιθανόν κάποιες ανατολίτικες θρησκείες να τα θεωρούν νεκρά, κάποιοι δυτικοί μεγιστάνες του πολιτισμού να απαιτούν την ανακύκλωση τους, αλλά οι ίδιοι ιδιοκτήτες αδιαφορούν μέχρι την επόμενη μετακόμιση. Αργεί πολύ αυτή. Δεν ξεβολεύεσαι. Έχεις άγκυρες. Είσαι η μετενσάρκωση του αρχαίου ήρωα που απαίτησε να τον δέσουν στο κατάρτι για να μην τρέξει στις Σειρήνες. Αδυνατείς να πάρεις αποφάσεις. Θες να έχεις τα πάντα τριγύρω σου και παρόλα αυτά τα πάντα, ζεις με τα ελάχιστα, ξοδεύοντας, καταναλώνοντας, τρώγοντας, πεθαίνοντας κάθε στιγμή όλο και περισσότερο, αδιαφορώντας για την ημερομηνία λήξης σου.

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2019

Σχολικός Τροχονόμος

Εργάζομαι ή καλύτερα εκτελώ το λειτούργημα του Σχολικού Τροχονόμου.
Με κεφαλαία παρακαλώ.
Μπορεί να υπάρχει κάτι καλύτερο;
Ξυπνάω κάθε πρωί την ώρα που εσείς ετοιμάζετε τα παιδάκια σας.
Δεν έχω δικά μου. Είναι δικά μου τα δικά σας.
Ντύνομαι με το φωσφορίζον γιλέκο μου και πετάγομαι μπροστά από τα αυτοκίνητα για να τα σταματώ και να περνάνε με ασφάλεια το δρόμο οι μικροί πεζοπόροι στην ανάβαση του σχολικού Γολγοθά τους. Βρίσκομαι εκεί και στην επιστροφή. Στο μεσοδιάστημα, πίνω καφέ, μαγειρεύω για ένα άτομο, καθαρίζω και παράλληλα συντροφεύω την ανοιχτή οθόνη της τηλεόρασης για να μην αισθάνεται μόνη. Είναι τεράστια με κάθε λογής κουμπάκια κι υποδοχές. Δεν έχει μόνο δύο ή τρεις. Όχι! Έχει πολλές. Θες καλώδια ή βύσματα; Ότι θες μπορείς να το βάλεις σ' αυτήν. Εγώ απλά της μιλώ καθημερινά.

Δεν έχω κερδίσει πολλά εκτελώντας το λειτούργημα αυτό. Εννοώ από λεφτά. Αλλά περιμένω ότι κάποια στιγμή θα πάρω σύνταξη. Δεν είναι και λίγο αυτό που κάνω. Η βασιλεύουσα του Βορρά είναι πιο ασφαλή με τις υπηρεσίες μου. Όταν ο δεξιός δήμαρχος αποφασίσει να πάρει μόνιμο συνεργείο του Δήμου, στον οποίο ανήκουν τα Δημοτικά Σχολεία που σπαταλάνε τα πρωινά τα παιδάκια σας, τότε σίγουρα θα με αποκαταστήσει. Κι επειδή το στήθος μου αρχίζει να πέφτει και καμιά θεατρική παράσταση δεν θα με κοσμήσει γυμνή πριν τα μεσάνυχτα, πρέπει να βρεθεί κάτι άλλο. Ξέρω τόσα από παιδάκια. Τα οδηγώ με τις κινήσεις μου τόσα χρόνια. Ήρθε η σειρά μου να έχω ένα κι εγώ.
Δεν μου φτάνουν μόνο τα δικά σας πια. Είναι δικά σας.
Ξυπνάω κάθε πρωί την ώρα που εσείς ετοιμάζετε τα παιδάκια σας.
Μπορεί να υπάρχει κάτι χειρότερο;
Με κεφαλαία παρακαλώ, πείτε:
Ποιο το νόημα να εργάζομαι σαν σχολικός τροχονόμος και να οδηγώ αθώες ψυχές στο κολαστήριο;

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2019

Επέτειος γενεθλίων

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν διαβάζουν βιβλία, τώρα ή παλιά. Μερικοί δεν έχουν αγγίξει δίσκο με τα ακροδάχτυλα τους. Άλλοι δεν περπάτησαν ξυπόλυτοι στο χώμα ενός βουνού, δεν σήκωσαν τα χέρια στον ουρανό να πιάσουν τους γλάρους, δεν φωτογράφισαν την αύρα του ανθρώπου τους.

Μια μικρή βόλτα μπορεί να σε κάνει μάρτυρα ανάμεσά τους. Πιθανόν να κρατάνε σακούλες των λίγων λεπτών χαράς, αλλιώς θα κοιτάνε μία ορθογώνια οθόνη. Μυρίζουν αδιάφορο καφέ που πετάχτηκε σ' ένα ποτήρι. Ή εκείνες τις κασέτες που στο τέλος της εποχής τους μοιράζονταν μαζί με εφημερίδες εξειδικευμένες στο τύλιγμα ωμού ψαριού. Προτιμώ τον πατέρα μου να ψήνει την παστή ρέγκα στην ταράτσα, κάποιο φθινοπωρινό μεσημεριανό της παιδικής μου ηλικίας.

Μερικές αναμνήσεις φτιάχνονται για διαφημίσεις του εαυτού μας. Είμαστε αυτοί που έχουν μεγάλες βιβλιοθήκες, τεράστιες εκτάσεις ψηφιακών τραγουδιών και άλλων τις εμπειρίες. Σε ένα σύμπαν που γίνεται όλο και περισσότερο μια βρεγμένη πετσέτα με τον ιδρώτα πολυεθνικής σαβούρας, οι σελίδες μυρίζουν μούχλα κι ας είναι ηλεκτρονικές.

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2019

Η φανταστική πλευρά της μοντέρνας ζωής (Dial Records 1948-49)

Δεν φταίω εγώ.
Δεν φταίω εγώ.
(Stupendous)
Δεν φταις εσύ μικρέ μου πρίγκιπα. Δεν φταις εσύ λουλουδάκι μου.
Φταίνε τα άστρα που ευθυγραμμίστηκαν. Δεν φταις εσύ.
(This is Always)
Είχα όνειρα. Ήθελα να γίνεις ο καλύτερος. Να φτάσεις την μεγαλύτερη επιτυχία.
Να φυσήξεις τα σύννεφα και σαν στο σινεμά να πάρεις τη σκάλα και να ανέβεις.
Μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι μου.
(Dark Shadows)
Δεν φταίω εγώ.
Δεν φταις εσύ.
(Bird's Nest)
Είχα φτιάξει τη φωλίτσα σου. Τίποτα δεν θα σε ενοχλούσε.
Θα σε τάιζα στο στόμα και τα άλλα τα πουλάκια θα έδιωχνε μακριά σου η συνεχή παρουσία μου.
Τίποτα άλλο δεν έχει σημασία. Μόνο εμείς τα δυο μας.
(Carving the Bird)
Όλα είναι χτισμένα να μας οδηγούν στον ίδιο λαβύρινθο. Θυμήσου τους μεσαίους σε μέγεθος δίσκους του Charlie Parker. Εκείνο το δεύτερο με το πουλί στο κλαδί και τον Charlie με το σαξόφωνο να κοιτάει χαμογελαστός. 600€ κοστίζει 70 χρόνια μετά αυτός ο δίσκος. Στους περισσότερους είναι άχρηστος. Θα τακτοποιηθεί ανάμεσα από άλλους και ποτέ δεν θα τοποθετηθεί σε κάποια ηχητική πηγή αναπαραγωγής. Χαμένος για μερικές ακόμα δεκαετίες μέχρι να βρεθεί στο φορτηγάκι με τη συλλογή του νεκρού συλλέκτη.
(Cool Blues)
Λοιπόν! Νομίζεις ότι μπορείς να πετάξεις μόνο σου. Αλλά δεν μπορείς!
Χρειάζεσαι εμένα. Να σε ντύσω, να σε βάλω στο σωστό το δρόμο και να σου επιπλώσω το σπιτάκι σου δίπλα στο δικό μου. Δεν γίνεται αλλιώς. Πως θα σε προσέχω για να πάνε όλα καλά;
Ένα όνειρο έχω μόνο, αφού γίνουν όλα αυτά. Να παντρευτείς. Να μου κάνεις εγγονάκια. Να μεγαλώσουν κι αυτά. Κι όταν πάρεις σύνταξη κι εσύ... να είμαστε οι δυο μας. Θα καθόμαστε ζεστά-ζεστά μπροστά στο τζάκι (θα έχω κρατήσει τα καλύτερα κούτσουρα), θα ψήνουμε κάστανα (από εκείνα τα τεράστια που ξεφλουδίζουν αμέσως), θα θυμόμαστε τα παλιά (αυτά που θέλω τώρα να περάσουν γρήγορα) και θα κοιμόμαστε ο καθένας στη μια μεριά του τριπλού καναπέ.
(Relaxin' At Camarillo)
Ασφαλισμένοι θα είμαστε. Λεφτά θα έχουμε. Και το σημαντικότερο: Θα έχουμε ο ένας τον άλλον.
(Hot Blues)
Αυτή είναι η ζωή που σου 'χω ετοιμάσει.
Είναι όπως ακριβώς τη θέλεις. Το ξέρω.
(Cheers)
x

Πως να μην δίνεις σημασία σε συμπτώματα κι ευρήματα.

Έβγαλε τα σκουπίδια αμέσως μετά που πέρασε το απορριμματοφόρο. Οι γεμάτοι κάδοι της προκαλούσαν αηδία. Συνήθως το πρωί είχε φτιαγμένα και τα νύχια των χεριών της οπότε δεν ήθελε να έρθει σε επαφή με τις βρομερές χειρολαβές, επίσης ποτέ δεν κατάλαβε πως λειτουργούσε εκείνος ο μοχλός χαμηλά. Η καλύτερη λύση ήταν μετά την αποκομιδή των σκουπιδιών αφού οι βαριεστημένοι υπάλληλοι με τις συμβάσεις των οχτώ μηνών άφηναν πίσω τους τα στόματα των κάδων ορθάνοιχτα. Λούζερς.

Κατόπιν, έσιαζε τα ρούχα της που ίσως να χάσανε τις ευθείες τους από την κίνηση ανύψωσης των άκρων της, προχωρούσε αγέρωχη στην πασαρέλα του πεζοδρομίου. Στάση δεύτερη στο μαυρό-κόκκινο μαγαζί με τους καφέδες. Καρτούλα εκπτωτική και άμεση εξυπηρέτηση από τα κορίτσια του κατώτατου μεροκάματου με το κουρασμένο χαμόγελο. Κι άλλοι λούζερς. Πλαστικό ποτηράκι στο χέρι και συνέχιση της διαδρομής μέχρι το φούρνο. Εκεί όλα διαφορετικά. Η ευτραφής κυρία που ποτέ δεν έτρωγε κάτι από τα δικά της αρτοποιήματα, προφανώς για λόγους επαγγελματικής συμπεριφοράς, ήταν διαχυτική και πάντα έχωνε και κάτι παραπάνω στη χαρτοσακούλα. Πως είναι να είσαι ο ίδιος επιχειρηματίας του εαυτού σου; Κι η ίδια θα το κατάφερνε αυτό. Με διάφορους τρόπους.

Το βασικότερο είναι να έχεις σφαιρικές γνώσεις. Όλα αυτά που δεν στα μαθαίνουν στα σχολεία. Δηλαδή, πιο συγκεκριμένα: για το ποδόσφαιρο απαραίτητα τις φιναλίστ του πιο πρόσφατου Champions League, τον πρωταθλητή Ελλάδος, την πιο πρόσφατη χρονιά που πήρε κάποιο κύπελλο η πιο δημοφιλής ομάδα και τον ομορφότερο Έλληνα παίχτη στο εξωτερικό. Κάνεις παιχνίδι με αυτές τις γνώσεις. Γενικότερα για τον αθλητισμό χρειάζεται να αναφέρεις τις επιτυχίες στο water polo, ότι κάποιος πρώτου βαθμού συγγενείς σου είχε πάει στο Euro 2004, ο ίδιος ήταν και εθελοντής (προσοχή στο πως θα το προφέρεις, να ακουστεί σαν εθνικό χρέος) στην Ολυμπιάδα της ίδιας χρονιάς. Αν μπορείς να θυμηθείς ότι μας είχαν κλέψει την διοργάνωση για τα 100 χρόνια και τελικά κάναμε τους καλύτερους αγώνες έβερ, τότε έχεις αφοπλίσει κάθε ανταγωνισμό και είσαι το επίκεντρο των γνώσεων και των απόψεων για όλα. Άλλα βασικά είναι ότι στο μπάσκετ παίζουν οι ψηλοί, αλλά κάποτε υπήρχε ένας Γκάλης περίπου στο δικό σου ύψος που έκανε θαύματα και απέδειξε ότι δεν χρειάζεται να έχεις πάντα και άχαρο ύψος. Λεπτομέρειες του τύπου πως ο αποτριχωμένος αθλητής μετέπειτα έκανε χρηματιστηριακά παιχνίδια και στις πλάτες μιας ολόκληρης πόλης πλούτισε δεν είναι απαραίτητες.

Για την πολιτική: υπάρχουν πάντα δύο μόνα κόμματα. Το ένα είναι μπλε, φοράνε κοστούμια και την βασιλεία την έχουν αυτοί με το όνομα Μητσοτάκης. Το άλλο είναι πράσινο και περιστρέφεται γύρω από τις λέξεις αλλαγή και Παπανδρέου. Λόγω των πρόσφατων διεθνών εξελίξεων στην Ισπανία και τη Λατινική Αμερική, το πράσινο πήρε μέσα του και λίγο πορτοκαλί και έκανε ένα χρωματικό διάλειμμα η χώρα. Οι οπαδοί του δεύτερου σχηματισμού, συνήθως φοράνε ρούχα πιο κάζουαλ, μιλάνε επαναστατικά, πετάνε και κάποιον παλιότερο ηθοποιό με το όνομα της μύγας Τσε και είναι άνεργοι. Επιλέγεις με βάση αν θες κάποιον να σε αποκαταστήσει (μπλε), ή αν θες να περάσεις εναλλακτικές διακοπές σε κάμπινγκ (πορτοκαλί-πράσινο). Στην πρώτη περίπτωση το πιθανότερο να μην χρειαστεί να καλύψεις το μερίδιό σου σε φαγητό, ποτά, στέγη και θα έχεις και αρκετά δώρα, στη δεύτερη καλό είναι να έχεις κατά νου ότι το επίδομα ανεργίας ή απορίας από τον πατέρα δεν είναι αρκετό να καλύψει τις ανάγκες σου.

Για τον πολιτισμό: αρκεί να σκανάρεις με έξυπνο τρόπο τις πληροφορίες από τις τάσεις στα σόσιαλ. Πρέπει να ξέρεις σε ποια μαγαζιά συχνάζουν οι διάσημοι (εύκολο, γράφουν κριτικές για να πιουν τζάμπα ένα ποτάκι με πολύ πάγο και να φάνε κάτι ζεσταμένο σε φούρνο μικροκυμάτων), είναι αυτά τα μέρη που η διαφήμιση και το design τους κοστίζει εμφανώς περισσότερο από το ίδιο το φαγητό. Μερικές μάρκες κρασιών είναι χρήσιμες αν ο συνοδός σου φοράει τη μπλε στολή που αναφέρθηκε παραπάνω. Αν όχι, αρκεί να γνωρίζεις ότι υπάρχουν σύγχρονες μικρές ζυθοποιίες σε διάφορα μέρη στην Ελλάδα. Από μουσική έχεις μόνο να κοιτάξεις και πάλι τις τάσεις. Προσοχή, παγκόσμιες τάσεις. Βιβλία δεν χρειάζονται, δεν πας άλλο σχολείο, κουράζουν. Επίσης οι άνθρωποι που διαβάζουν χαλάνε τα μάτια τους και δεν σε κοιτάζουν σαν να σε θαυμάζουν, αλλά περισσότερο κουρασμένα και μέσα από σένα. Δεν το θέλουμε αυτό.

Η εργασία είναι ένα άλλο θέμα που αντιμετωπίζετε πολύ εύκολα. Ουσιαστικά η εμπειρία και η εφαρμογή των παραπάνω έχει αναπτύξει στο ανοσοποιητικό σου σύστημα το απαραίτητο αντίσωμα ώστε να μην υπάρξει κάποια υπερβολική και μη βολική αντίδραση στις ουσίες που φυσιολογικά για εσένα είναι πια άκακες. Είσαι έτοιμη να κυβερνήσεις αυτόν τον κόσμο.

Περίπτωση Α. Οι προηγούμενες γενιές έχουν δημιουργήσει κάποιες αποταμιεύσεις. Αν ανήκεις σε μια τέτοια νεοελληνική οικογένεια απλά καταναλώνεις τα ποσά προσφέροντας στους γονείς την χαρά να δίνουν στο σπλάχνο τους. Δεν είναι καθόλου άσχημο να διαμένεις μαζί τους μέχρι να παντρευτείς. Αντίθετα. Το κάνεις και για αυτούς και παράλληλα έχεις τακτοποιήσει θέματα όπως, πλύσιμο, μαγείρεμα, πληρωμή λογαριασμών, τεκμήρια αυτοκινήτου και σπιτιού, χαρτζιλίκι, δώρα Χριστουγέννων - Πάσχα - Διακοπών και Γενεθλίων καθώς και έκτακτα επιδόματα ενίσχυσης για αγορές ένδυσης, υπόδησης, ηλεκτρονικών συσκευών και κοινωνικής προβολής. Το μόνο που θα χρειαστεί είναι να μεταπηδήσεις έξυπνα από την οικογενειακή εστία Α' στην οικογενειακή εστία ΑΑ' και να αλλάξεις ρόλο. Είσαι πια εσύ η αρχηγός της μητριαρχικής ομάδας που διαμένει στο αστικό ακίνητο.

Περίπτωση Β. Η οικογένειά σου ατυχώς, δεν έχει μεγάλο κομπόδεμα. Εδώ χρειάζονται οι σφαιρικές γνώσεις για τη στόχευση του υποκειμένου. Το κρίσιμο σημείο είναι η μεταμόρφωση από νύμφη σε προϊσταμένη και εν δυνάμει βασίλισσα. Βιολογία Δημοτικού. Η πλουμιστή θηλυκή διευθύντρια της κυψέλης έχει όλες τις ανέσεις και οι κηφήνες κατά τη διάρκεια της ημέρας εργάζονται σαν σκλάβοι ενισχύοντας το θεσμό της οικογενειακής εστίας. Οι κάθε είδους ορέξεις σου ικανοποιούνται με τον τρόπο και τον αρσενικό που επιλέγεις εσύ. Είσαι φτιαγμένη για κάτι τέτοιο, δεν χρειάζεται να διστάζεις. Τους αρέσει να σε υπηρετούν. Το dna τους έχει μεταλλαχτεί μετά από χρόνιες προσπάθειες των γυναικών στο πέρασμα της σύγχρονης ιστορίας. Είναι δύσκολο να διευθύνεις, αλλά μπορείς να το καταφέρεις.

Περίπτωση Γ. Υποταγή. Είσαι άσχημη. Δεν έχεις χρησιμοποιήσει υπέρ σου όλες τις γνώσεις που σου έχουν μεταλαμπαδεύσει οι φίλες και η μάνα σου. Πιστεύεις στην ισότητα των ανθρώπων κι όχι των φύλλων. Απολαμβάνεις την ησυχία της φύσης. Προτιμάς παραλίες χωρίς ξαπλώστρες. Ανεβαίνεις στα βουνά από μονοπάτια με χόρτα. Χρησιμοποιείς λεωφορεία. Πληρώνεις το μερίδιο σου σε εξόδους. Ψωνίζεις και δεν κοινοποιείς τι. Ακούς μουσική που δεν είναι στις πρώτες λίστες. Συζητάς. Έχεις βιβλιοθήκη με βιβλία που διαβάζεις. Σκέφτεσαι. Δεν υπάρχει λύση.

Βγήκε από το γραφείο αργά το απόγευμα. Υπερωρίες ώστε ο διευθυντής να την προσέξει. Σε μία εβδομάδα θα της ζητήσει να πάει στο γραφείο του. Σε ένα μήνα θα έχει πάρει προαγωγή. Σε ένα χρόνο αυτοκίνητο. Όλα πάνε όπως έχει προγραμματίσει. Μία μέλισσα πέρασε από δίπλα της. Ίσως να ήταν το έντονο ακριβό άρωμα που φορούσε και δεν εξανεμίστηκε από τα ερκοντίσιον στο γραφείο. Ίσως η ξανθιά ανοιχτή βαφή για το μαλλί να ήταν περισσότερο τοξική από ότι συνήθως. Την τσίμπησε. Αισθάνθηκε ξαφνικά μια αδυναμία. Σίγουρα έφταιγε το μεσημεριανό από την κουζίνα που είχε μόνο 97% θετικές κριτικές. Θα μεριμνήσει σύντομα να αλλάξει αυτό το ποσοστό. Αναφυλακτικό σοκ. Στο ασθενοφόρο οι νοσοκόμες μιλούσαν για την πρώτη περίπτωση χρησιμοποιώντας πάρα πολύ εύστοχα στοιχεία σφαιρικών γνώσεων. Χαμογέλασε. Γουίνερς. Οι παλμοί της αυξήθηκαν. Σίγουρα έφταιγε η θύμηση ότι το βράδυ είχε ραντεβού με τον διευθυντή σε παραλιακό μαγαζί και ρεζερβέ τραπέζι με λίστα αναμονής πέρα του μήνα. Στο νοσοκομείο οι γιατροί μιλούσαν για την δεύτερη περίπτωση χρησιμοποιώντας περισσότερο εύστοχα στοιχεία σφαιρικών γνώσεων. Κι άλλοι γουίνερς. Ήταν σε καλά χέρια. Το χαμόγελο παρέμεινε στο πρόσωπό της. Πάγωνε. Στο νεκροτομείο δεν έβλεπε και δεν άκουγε τίποτα. Μόνο σκεφτόταν αν τελικά τα Θρησκευτικά ήταν μάθημα επιλογής στο σχολείο και ποια αίρεση έδινε ελπιδοφόρα στοιχεία για τη ζωή μετά θάνατον. Το άρωμα είχε εξασθενίσει. Ο διευθυντής τηλεφώνησε στον κολλητό του και μέσα σε μισή ώρα είχαν ήδη ανοίξει το δεύτερο μπουκάλι Οινότρια Γη Syrah - Αγιωργίτικο και η συζήτηση γυρόφερνε την επιτυχία της τοπικής ομάδας σε πρωτάθλημα και κύπελλο καθώς και την επικείμενη εκλογική νίκη του πολιτικού γιου με το όνομα Μητσοτάκης.

Τρίτη 11 Ιουνίου 2019

Δεύτερο Τετράμηνο, Πρώτου Έτους, Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.

Σε τι μου χρειάζεται η Νεοελληνική Λογοτεχνία;
Είναι σημαντικό να μπορέσω να μάθω λιγότερα από κάθε καθηγήτρια για να μην μπορώ να απαντήσω; Αφού όλοι συζητάνε τα ίδια, όλοι γράφουν λίγα και ο διευθυντής έχει λογαριασμούς σε όλα τα κοινωνικά δίκτυα για να ενημερώνει για τα συμβάντα στο σχολείο.

Δεν ξέρω γιατί κάνω Εικαστικά;
Έξτρα βαθμός θα μου πεις... Έτσι ο μέσος όρος γίνεται μεγαλύτερος. Αυτό σημαίνει με τα πιο απλά μαθηματικά που μου χρειάζονται, μεγαλύτερο χαρτζιλίκι δυο φορές το χρόνο. Όμως τα Εικαστικά έχουν πολλά κοινά με την Ιστορία. Κανείς δεν μπορεί να αναφέρει καν σύγχρονα ρεύματα στην τέχνη. Ούτε καν μπορούν να κατανοήσουν τους σημερινούς τρόπους δημιουργίας.

Αρχαία δεν θα μιλήσω ποτέ στη ζωή μου.
Πρέπει να μπορώ να καταλαβαίνω τις επιγραφές στα μουσεία; Οι ξένοι τουρίστες δεν διαβάζουν τη μετάφραση; Είναι και περισσότεροι από εμάς. Εμείς δεν επισκεπτόμαστε τέτοιους χώρους. Ακόμα κι όταν πηγαίνουμε μαζί μας είναι καθηγητές που απλά μας επαναλαμβάνουν τα ίδια ή γονείς που νομίζουν ότι αν πετάξουν κάτι από τις αναμνήσεις τους αποτελεί ιστορικό αξίωμα.

Πληροφορική, Τεχνολογία, Γυμναστική, Αγγλικά, Γλώσσα κι Ιστορία. Αυτά χρειάζομαι. Στην τελική, μετά από δώδεκα χρόνια εκπαίδευσης και μόλις ενηλικιωθώ έχω άλλα πέντε να κάνω ζωή. Έτσι μου λένε. Μετά αρχίζουν τα δύσκολα. Αναρωτιέμαι όμως... Αυτά τα δύσκολα που εγώ τα ζω από όταν άρχισα να περπατώ, δεν τελειώνουν ποτέ, έτσι δεν είναι; Διαβάζω κάτι δήθεν φιλολογικές αναρτήσεις και θέλω να ξεράσω. Αυτοί που τα γράψανε έχουν τις ίδιες φυτευτές γνώσεις με μένα. Αν μπορούσαν θα γράφανε και με greeklish για να είναι πιο μοδάτοι.

Μετά τη συντήρηση γιατί κανένα κλιματιστικό δεν λειτουργεί;
Κάθε φορά επανάληψη. Τέτοια που σιχαίνεσαι τις βαθμολογίες. Με τους αριθμούς βλέπω ταινίες, ακούω μουσική, επιλέγω βιβλία, εργάζομαι και διαπρέπω. Ποιος φτιάχνει τις κλίμακες; Γιατί να πρέπει να ανέβω αντί να κατέβω τις σκάλες; Δεν θέλω να γίνω το ίδιο άσχημος με όλους αυτούς. Να φοράω κρέμες στο πρόσωπο, να μετατρέπομαι αυτόματα από τον κοινωνικό σκουπιδοφάγο σε ένα άοσμο αέριο, να μην ενοχλώ κανέναν, να είμαι αόρατος. Δεν θέλω. Ξέρετε κάποια σημαδάκια στο πεντάγραμμο που στέκονται απέξω από τις κάθετες και είναι αυτά που σας κάνουν να σηκώνεται τα φρύδια σας και να σταματάτε να κουνάτε ρυθμικά το πόδι σας όταν τις ακούτε; Αυτό θέλω να γίνω. Έχω στόχο.

Μου είπε ότι είμαι το νούμερο 220.

Είμαστε δυο πολύ καλοί φίλ(ι)οι. Από παλιά μαζί. Μωρά μέχρι γέροι οι ίδιοι. Αυθεντικοί. Δεμένοι. Ξεκινήσαμε να παίζουμε μπάλα. Αυτός (για χάρη της αφήγησης ας τον αποκαλέσω τυχαία με ένα νούμερο) ο 284, δεν πολύ γούσταρε αλλά προσπαθούσε. Εγώ από την άλλη (δεν θα μου δώσω κι εμένα έναν αριθμό, πάντα με χαρακτήριζαν το δεκάρι το καλό έτσι κι αλλιώς), ήξερα ότι ήμουν καλύτερος και πάντα τον καλούσα και τον επέλεγα στην ομάδα μου. Είναι πολύ σημαντικό να έχεις τριγύρω σου πρόθυμους ανθρώπους που δεν μπορούν να σε φτάσουν. Είναι τα τουβλάκια από το παιχνίδι των lego που σε στηρίζουν και δέχονται τις επιθέσεις του κακόβουλου λογισμικού στο minecraft.

Ο νούμερο 284 είχε ένα περίεργο μυαλό κι αυτό τον οδηγούσε να έχει πολύ ατροφικό δεξί πόδι. Με τη σειρά μου για να τον κάνω να το ξεπεράσει τον τοποθετούσα πάντα στη δεξιά μεριά της επίθεσης. Ανασφαλής ίσως, μετά από μερικά χρόνια παράτησε το ποδόσφαιρο. Μέχρι και μπλούζα του είχα φτιάξει με τον αριθμό 13 στην πλάτη. Δεν το εκτίμησε. Λες τελικά να είναι και προληπτικός; Αλλά τι να κάνω; Οι άλλοι με κορόιδευαν που τον επέλεγα κάθε φορά. Νομίζανε ότι τον κρατούσα γιατί είχε λεφτά ή είχαμε κάποια άλλου είδους σχέση μεταξύ μας. Τελικά χαθήκαμε. Εγώ ξεκίνησα την καριέρα μου. Που χρόνος για φίλιες αναζητήσεις. Έβγαινα με τους προϊσταμένους μου και φλέρταρα διακριτικά τις γυναίκες τους. Μια φορά τον πέτυχα τυχαία έξω από ένα θερινό κινηματογράφο. Πραγματικά φάνηκε να δυσφορεί όταν τον ρώτησα αν δεν ξέρει ότι μπορεί να κατεβάζει ταινίες στον υπολογιστή του.

Μετά από χρόνια σπουδών, δημιουργίας οικογενειών και σάπιων στομαχιών, συναντηθήκαμε ξανά τυχαία. Προσπάθησα να καταλάβω που ανήκε... Μάταια. Τελικά αποφάσισα ότι ήταν μια κατηγορία από μόνος του. Αυτό μου φάνηκε πολύ φιλοσοφικό κι οπότε τον υποβίβασα σε αποτυχημένο. Έτσι κι αλλιώς τι είχε καταφέρει όλα τα χρόνια μετά τους παιδικούς ποδοσφαιρικούς αγώνες μας;

Ο νούμερο 284 είχε μόνο συσσωρεύσει βιβλία. Εγώ είχα ήδη αλλάξει 3 αυτοκίνητα. Το καθένα μεγαλύτερο κυβισμό από το προηγούμενο κι ας είχα ξεκινήσει από το τεράστιο μερσεντές του πατέρα μου. Ο νούμερο 284 είχε γυρίσει όλη την Ευρώπη και δεν θυμόταν κανένα αξιοθέατο παρά μόνο ποιο συγκρότημα ακολούθησε στις ξένες χώρες. Εγώ είχα αναρτημένες φωτογραφίες από κάθε δημοφιλές σημείο στις πρωτεύουσες που πήγαινα. Είχα μεριμνήσει να φωτογραφηθώ και μόνος γιατί κατά διαστήματα χώριζα από τις συνοδούς μου. Έτσι γλίτωνα τις διαγραφές και τις συνεχείς αναθεωρήσεις των χρονολογίων μου. Ο νούμερο 284 φορούσε ακόμα κάτι μαύρα μπλουζάκια με στάμπες μπρος και πίσω. Η κόρη μου είχε ενθουσιαστεί όταν μας είδε μαζί ένα βράδυ στο δρόμο. Της έδωσα την πιστωτική μου να αγοράσει κάνα ζευγάρι παπούτσια, κακό παράδειγμα ο νούμερο 284.

Μια άλλη φορά που βγήκαμε έξω αντροπαρέα ήρθε μαζί με μια γυναίκα που δεν ήθελε να συζητάει ούτε για τη δουλειά της, ούτε να κουτσομπολεύει για τις γυναίκες άλλων. Βαρέθηκα και της είπα ότι γι' αυτό κατέληξε με το νούμερο 284. Έδειχνε να μην καταλαβαίνει τι εννοώ και εκνευρίστηκα ακόμα περισσότερο. Αποφάσισα να μην τηρήσω τη λογική του ρεφενέ στο λογαριασμό και πλήρωσα για πάρτη τους. Πάλι δεν έδωσαν σημασία.

Περίεργο, αλλά επιζητούσα την παρέα του. Τόσο όσο όμως. Μετά από την πρώτη ώρα που εξιστορούσα τα ανδραγαθήματά μου φαινόταν να ταξιδεύει με το μυαλό του μακριά. Δεν κάνουν έτσι οι φίλ(ι)οι. Πιστεύω ότι έδειχνε ανασφαλής. Ίσως και λίγο να ζήλευε για τις επιτυχίες μου. Τελείως αντικειμενικά πιο επιτυχημένο αρσενικό από εμένα δεν υπάρχει. Έχω καταφέρει τα πάντα. Ξέρω τα πάντα. Θυμάμαι λεπτομέρειες. Έχω έναν πολύ καλό τετραψήφιο μισθό. Κέρδισα το στοίχημα από την αρχή. Ότι περίμεναν όλοι από εμένα το απέδειξα. Κανείς δεν μπορεί να με υποβιβάσει, να με διαιρέσει. Είμαι ακέραιος, ότι κι αν σημαίνει αυτό.

Αλλά είμαι κι άνθρωπος. Έχω αισθήματα. Δεν μπορεί να με κατηγοριοποιήσει ένα φίλ(ι)ος σε νούμερο. Και τι διάολο σημαίνει το νούμερο 220; Τον άκουσα να με αποκαλεί έτσι κατάμουτρα. Δεν είμαι εγώ ένας άψυχος και ψυχρός αριθμός. Νιώθω οικεία με τους ανθρώπους που με ακούν, είμαι ζεστός και φιλικός μαζί τους αν με επιβραβεύουν με την επιδοκιμασία τους. Δεν είμαι εγώ φτιαγμένος από κομμάτια πράξεων. Άλλο καλούπι κι άλλη μήτρα με έφτιαξε εμένα. Τι δεν μπορούν επιτέλους να καταλάβουν όλα αυτά τα νούμερα που ξετρυπώνουν για να με χλευάσουν; Ότι μαζί κάνουμε πράξεις; Ότι αν προσθέσουμε τα κομμάτια που μας χωρίζουν γινόμαστε πάλι φίλ(ι)οι; Σιγά μην κάνω και τατουάζ στο χέρι μου κάνα νούμερο. Αυτά τα κάνανε εκείνοι οι μαχητές στους ηττημένους γιατί δεν θυμόντουσαν τα ονόματά τους. Έτσι δεν είναι νούμερο 284;

Ανιδιοτελής Αναπαραγωγή Πρωτοτύπου #13.

Πόσο θέλω να φέρω στον κόσμο αυτόν ένα παιδάκι.
Μακάρι να μπορούσα να το κάνω το καλύτερο σε όλο το γαλαξία. Κι ακόμα παραπέρα.
Πάντα το ήθελα.

Από το νηπιαγωγείο που έπαιζα με τις πάνινες κούκλες. Όχι ακόμα νωρίτερα, όταν με φέρανε με 'κείνο το ροζ καλαθάκι. Έχω φωτογραφίες. Είμαι μια κούκλα η ίδια! Και μου το έλεγε συνέχεια ο μπαμπάς. Και βίντεο έχω. Μια ντίβα. Όταν μεγάλωσα λιγάκι ο μπαμπάς σταμάτησε να μου λέει γλυκόλογα. Φταίει η μαμά που ζήλευε. Εγώ τον δικό μου δότη σπέρματος θα τον έχω από μακριά αν κάνω κόρη. Όχι πολλά - πολλά. Αν κάνω γιο (φτου καλέ) ας αναλάβει να του μάθει να κατουράει καθιστός. Γιατί δεν εμπιστεύομαι ότι θα καθαρίζει και θα προσέχει. Έχω και την καριέρα μου, που χρόνος για δουλείες μέσα στο σπίτι. Ο μπαμπάς έλεγε λίγο πριν πεθάνει ότι αυτό όλο ήταν ένα λάθος. Δεν μπορούν όλοι να ασχολούνται με όλα. Τίμια πράγματα έλεγε. Κάποιος θα δουλεύει έξω, κάποιος μέσα. Όλοι θα συνεισφέρουμε ώστε η δουλειά η έξω να γίνεται απερίσκεπτα και η δουλειά η μέσα να κρατάει την οικογένεια μαζί. Όχι επεμβάσεις η μία στην άλλη. Φαλλοκράτης.

Μετά στο δημοτικό κατάλαβα ότι μπορώ να έχω όποιον θέλω για να μου δώσει ένα παιδάκι. Τα αγόρια έτρεχαν πίσω από τις φουστίτσες μου. Αρχικά νόμιζα ότι με θέλανε για μάνα των παιδιών τους. Όμως τα αγοράκια αργούν να ξυπνήσουν. Ίσως γι' αυτό εμείς τα κοριτσάκια (ακόμα και τα μεσήλικα κοριτσάκια) ξέρουμε πως να τους πάρουμε αυτό που θέλουμε.

Στα χρόνια της εφηβείας αναλώθηκα σε περιστασιακούς έρωτες και περιπέτειες για να έχω εμπειρίες να τις μεταδώσω στο παιδί μου, στο κοριτσάκι μου. Πως αλλιώς θα ήξερα από πρώτο χέρι τους κινδύνους; Αρσενικά και θηλυκά επιδιδόντουσαν σε ένα ανελέητο παιχνίδι εντυπωσιασμού. Ποιος είναι πιο άτριχος, ποια μπορεί να καταπιεί τα περισσότερα, ποιοι έχουν λεφτά, ποιοι κρύβουν ότι έχουν λεφτά, ποιοι κλέβουν λεφτά και χρόνο από τους άλλους. Όλα θα της τα πω. Να μην χρειαστεί να πληγωθεί όπως εγώ.

Μετά στη δουλειά κατάλαβα γιατί μπορώ να έχω όποιον θέλω για να μου δώσει ένα παιδάκι. Τα αγόρια έτρεχαν πίσω από τις καριέρες τους. Αρχικά νόμιζα ότι θέλανε να μην ασχολούνται με τα άλλα. Όμως τα αγοράκια αργούν να ξυπνήσουν. Κι έτσι παραμένουν όμορφοι έφηβοι. Ίσως γι' αυτό εμείς τα κοριτσάκια (ακόμα περισσότερο τα μεσήλικα κοριτσάκια) ξέρουμε πως έφυγε αυτό που θέλαμε γιατί δεν πιάσαμε το χέρι στα αγοράκια. Θέλαμε μόνο να φέρουμε στον κόσμο ένα παιδάκι. Τόσο δύσκολο είναι να το καταλάβουν; Δεν μπορούμε να τα κάνουμε όλα. Και μετά, υπάρχει ένα σπίτι. Δυο επαγγελματίες. Δυο οικογένειες που ενώθηκαν και πρέπει να βοηθήσουν για να μπορέσω κι εγώ να είμαι η καλύτερη μάνα και η καλύτερη εργαζόμενη.

Κι αν δεν είναι αυτός ο προορισμός του ανθρώπου, ποιος είναι; Μεγαλύτερη ανιδιοτέλεια κι όχι ανοησία δεν υπάρχει. Να φέρω στον κόσμο αυτό ένα παιδάκι. Να το προστατεύσω από τα ποντίκια και τα κύματα. Να του μάθω όχι αυτά που λένε τα βιβλία, αλλά από τη συσσωρευμένη γνώση μου, από τις εμπειρίες μου. Υπάρχει έτοιμη όλη η ζωή του. Εγώ ξέρω. Και το μόνο που χρειάζομαι είναι να με αφήνουν όλοι ήσυχη να το μεγαλώνω όταν έχω τη διάθεση και να ακολουθούν τις οδηγίες μου όταν δεν έχω. Ένα πιάτο καλό φαΐ, συμμαζεμένο σπίτι, τραπεζικό λογαριασμό με αρκετά ψηφία και συνδικαιούχο εμένα και το ανήλικο παιδί (δεν χρειάζεται να είναι και κανείς άλλος μέσα, απλά να καταθέτει), ρούχα, έπιπλα, τις παρέες που ξέρω εγώ ποιες πρέπει να είναι και αυτά. Θα το κάνω το καλύτερο στο γαλαξία. Κι ακόμα παραπέρα.

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2019

Πρίσμα (η ζωή μετά θάνατον).

Τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Φοράω γυαλιά. Κρατάω τα χρήματά μου σε τραπεζικό λογαριασμό που έχω μόνο το όνομά μου. Δεν έρχεται τυπωμένη κίνηση στο σπίτι ποτέ. Η κάρτα είναι εξαφανισμένη κάτω από το συρτάρι με τις κάλτσες σε μία ειδική κρύπτη που έφτιαξα ένα απόγευμα μετά τη δουλειά. Ο κόσμος είναι καλός και γεμάτος ευκαιρίες να τοποθετήσεις σωστά τα λεφτά σου μέσα στο σπίτι σου.

Τα πόδια είναι το οξυγόνο του σώματος. Σε οδηγούν όπου διατάξει το μυαλό. Εγώ ορίζω το μυαλό. Το εκτρέφω με τηλεοπτικές εκπομπές κάθε μεσημέρι. Αυτά τα απλά που χρειάζονται για να αφήσεις την ψυχή σου να καθαρίσει μετά από τις καταναγκαστικές αλλά απολαυστικές οχτώ πρωινές ώρες. Και βάζω μαξιλάρια παντού. Έτσι δεν έρχονται ούτε ήχοι, ούτε φως, ούτε εφιάλτες. Μόνο μερικά κοκόρια που αναζητούν τα πούπουλά τους. Ο κόσμος είναι καλός και γεμάτος ευκαιρίες να κρυφτείς έξυπνα από ότι μπορεί να σε αποσπάσει από το στόχο σου.

Το σώμα θέλει ξεκούραση. Αμέσως μετά το γεύμα κοιμάμαι. Τουλάχιστον δύο ώρες χωρίς ξυπνητήρι. Δεν πλένω καν τα πιάτα. Πολλές φορές σκέφτηκα να χρησιμοποιώ μόνιμα εκείνα τα πλαστικά των εκδρομών. Μετά με πιάνει η οικολογική μου ανησυχία και αναρωτιέμαι αν έχω κλείσει το θερμοσίφωνα. Το σημαντικό είναι να μην ξεχάσω να αγοράσω μεγάλο απόθεμα από πλαστικά καλαμάκια. Ο κόσμος είναι καλός και γεμάτος ευκαιρίες να γεμίσεις με πράγματα απαραίτητα για την επιβίωσή σου.

Τα χέρια είναι τα κύρια αισθητήρια όργανα. Σπάνια φοράω γάντια. Είναι ακόμα πολύ μαλακά. Μπορώ να μετρήσω πολλά χαρτονομίσματα χωρίς να ιδρώσουν. Μερικές φορές νιώθω αμηχανία και δεν ξέρω τι να κάνω με αυτά. Σκαλίζω τη μύτη μου, χαϊδεύω τα μαλλιά μου, ακολουθώ τις σειρές στο βιβλίο πάνω στα γόνατά μου ή πλέκω στον αέρα σαν να διευθύνω ορχήστρα δωματίου. Ο πατέρας είχε αγοράσει μια ολόκληρη σειρά κλασικής μουσικής σε cd με την εφημερίδα του. Τα πήρα γιατί έχουν ωραία χρώματα και ταιριάζουν με τα βιβλία στο ράφι πάνω από την ορχιδέα. Ο κόσμος είναι καλός και γεμάτος ευκαιρίες να δείξεις ότι ξεχωρίζεις.

Το μυαλό είναι το όργανο που χρειάζεται τη μεγαλύτερη προσοχή. Αν το ταΐσεις με πολλές λέξεις, εικόνες και ήχους μετά ξεφεύγει. Είναι σημαντικό να μην του δίνεις ανήσυχα βιβλία, χρωματιστά έργα τέχνης και περίεργες μουσικές. Υπάρχουν οι λύσεις εδώ έξω παντού. Πάρε μία δωρεάν εφημερίδα δρόμου. Μπες σε ένα πολυκατάστημα που όλα είναι δομημένα από επαγγελματίες. Βάλε ένα σταθμό στο ραδιόφωνο με πολλές διαφημίσεις. Έτσι κάνω εγώ. Βαδίζω σε αυτή τη γη με σιγουριά. Ο κόσμος είναι καλός και γεμάτος ευκαιρίες να ζήσεις απερίσκεπτος χωρίς μεγάλο κόστος.

Η περιουσία είναι όλο το είναι μας. Όχι άυλες αηδίες. Λεφτά. Εγώ έχω λεφτά για να ζήσω πολλά χρόνια. Δεν το λέω σε κανέναν. Μην με φάνε. Ο κόσμος είναι κακός. Χρειάζομαι κι άλλα όμως. Γι' αυτό συνεχίζω να δουλεύω. Κάποια στιγμή θα πάρω μια μεγάλη αποζημίωση και θα φύγω. Θα κάνω ταξίδια. Ίσως ανοίξω και κάνα μαγαζάκι να έρχονται φίλοι και φίλες να τα λέμε. Θα ψωνίζουν και κάνα πράμα, θα πίνουμε καφεδάκι, θα μου αφήνουν και κάνα χρήμα να κινούμαι. Τότε θα έχω και τη σύνταξη. Το σπίτι δικό μου θα είναι. Έχω δάνειο και γι' αυτό δεν φεύγω νωρίτερα. Περάσανε και τα χρόνια τόσο καιρό που το σκέφτομαι. Να υπάρχει και ασφάλεια υγείας. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να σου συμβεί. Έχω και τα ενοίκια από τα διαμερίσματα, αλλά με την εφορία ποτέ δεν ξέρεις κι αυτό. Ο πατέρας, δημόσιος υπάλληλος, είχε δίκιο. Που να τρέχουμε εμείς στο ρίσκο; Γι' αυτό κι εγώ περιμένω να περάσουν τα χρόνια, γρήγορα περνάνε το ξέρω, να έχω τη σύνταξή μου, το σπίτι μου, τις αποταμιεύσεις μου και μετά ποιος με πιάνει. Τότε ξεκινάει η ζωή.

Ποιος είναι ο Κυριάκος Σφέτσας;

Είμαι σχεδόν σαράντα. Για μια γυναίκα δεν έχει μεγάλη διαφορά το 31 με το 41. Γι' αυτό και έχουμε την εμμονή των 29. Οπότε είμαι 29 κοντά δέκα χρόνια τώρα. Έμεινα μόνη αρκετά από αυτά. Έτσι κατάφερα να έχω όμορφες ασχολίες. Μουσική και διάβασμα κυρίως. Έμαθα και να ζωγραφίζω. Ακόμα έχω εκείνες τις τριάδες των καμβάδων που αγόρασα με το κιλό από πολυκατάστημα. Πήγα και σε γυμναστήρια, σε χορούς και πανηγύρια. Πήγα σε γάμους φίλων μου και συγγενών. Έκανα εργαστήρια χειροτεχνίας, ζαχαροπλαστικής, ξενάγησης αρχαιολογικών χώρων, έμαθα και τρίτη ξένη γλώσσα, προγραμματισμό και πήγα και διακοπές μόνη μου. Πουθενά ο πρίγκιπας.

Οπότε άρχισα να ενθουσιάζομαι όταν γνώρισα αυτόν τον τύπο. Δεν με ενδιέφερε η ηλικία, ούτε η εμφάνιση. Εσωτερικά είχε τα πάντα. Ήταν ο φίλος που ήθελα. Αλλά ήθελα δεν ήθελα ακριβώς έναν φίλο. Μου μίλησε μετά από αρκετό καιρό. Τον κοιτούσα λιγάκι έντονα για να τον καταφέρω να το κάνει αυτό. Σίγουρα με είχε παρατηρήσει, απλά δίσταζε να μου απευθύνει τον λόγο. Έτσι γνωριστήκαμε. Αυτός έκανε το πρώτο βήμα. Όταν τσίμπησε το δόλωμα. Αρχικά μου μιλούσε για μουσική και βιβλία. Ήταν θέματα που με ενθουσίαζαν. Δεν είχα φίλες που τους απασχολούσαν και πολύ αυτά. Οι άντρες ξέρουν περισσότερα και κάνουν επένδυση στις τέχνες. Οπότε βρέθηκε επιτέλους ο άνθρωπος να μπορώ να κάνω συζητήσεις με τις ώρες για το τάδε βιβλίο που είχα διαβάσει κάποτε, για προτάσεις νέων, για συγγραφείς που δεν ανέφεραν οι δωρεάν εφημερίδες και το ίνσταγκραμ, Μετά ήρθαν οι συναυλίες. Δέχτηκε πολύ εύκολα να πάμε σε χώρους που συχνάζουν οι μεγαλύτεροι μουσικόφιλοι. Να ακούσουμε μουσική από μεγάλες συμφωνικές ορχήστρες, να μελετήσουμε έργα συνθετών των προηγούμενων αιώνων και να περάσουμε ώρες με την ανάλυσή τους. Έδειχνε να το απολαμβάνει. Εγώ πίστευα ότι απλά το έκανε για να με ρίξει. Έκανα λάθος. Το έκανε γιατί του άρεσε. Όμως ούτε μια φορά δεν με κοίταξε ερωτικά. Κι ο χρόνος περνούσε.

Παράλληλα έκανα το ίδιο και με άλλους. Δεν με πείραζε να το κάνω όσο δεν χρειαζόταν να τους αποκαλώ με το μικρό τους όνομα. Πολλές φορές απλά αντέγραφα τα μηνύματα από τη μία συνομιλία στην άλλη. Κανείς δεν μου απάντησε ποτέ ότι έκανα κάποια επανάληψη ή κάποιο λάθος. Οι άντρες κάνουν τα πάντα για να γνωρίσουν μια γυναίκα. Αυτός μόνο ήταν λίγο παράξενος. Σαν να ήθελε το χρόνο του. Αλλά ποιο χρόνο; Για πόσο θα μείνω 29; Άλλα δέκα χρόνια; Δεν προλαβαίνω.

Άρχισα να του στέλνω ξεκάθαρα μηνύματα. Και γραπτά και σωματικά. Ότι δεν έκανα για να τον γνωρίσω, έκανα τώρα για να τον σύρω στο κρεββάτι μου. Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν μου ριχνόταν αυτός. Τι πρόβλημα είχε; Να μην του άρεσαν οι γυναίκες; Δεν ξέρει ότι δεν μπορείς να έχεις φίλη μια γυναίκα; Ή την ρίχνεις στο κρεββάτι και τις αγοράζεις τα πράγματα που θέλει (σπίτι, παιδί, αυτοκίνητο, παιδί) ή μην τρως τις μέρες της.

Δεν άφησα άλλο τον χρόνο μου να κυλάει σαν να έχω για πάντα γόνιμα ωάρια. Είμαι τελικά σχεδόν 40 χρονών και πρέπει να διαιωνίσω το είδος μας. Γι' αυτό το λόγο δεν ήρθα πάνω στη γη; Αυτή δεν είναι η δική μου αποστολή; Ειδικά εγώ, που έχω τόσες ασχολίες. Από την άλλη μερικές φορές σκέφτομαι, ανάμεσα από τα μαθήματα αυτοσυγκέντρωσης και τις διδασκαλίες Ινδών φιλοσόφων, μπορεί και να με κοιτούσε κάπως ερωτικά. Τα πράγματα δεν έχουν μόνο ένα τρόπο. Σπανίως υπάρχει ένας δρόμος προς μία κατεύθυνση. Μπορείς να πας από μονοπάτια, μέσα από το δάσος, από τα σκαλοπάτια να ανέβεις τα βράχια, με βάρκα να κάνεις τον κύκλο ή να πέσεις με αλεξίπτωτο κατευθείαν στο στόχο. Αλλά το βλέμμα του έφευγε συνήθως πάνω από την σκεπή της τελευταίας κομμωτικής μου δημιουργίας. Δεν θα με έλεγε κανείς και περήφανο αλεξικέραυνο, καθότι μέτριου αναστήματος είμαι και δεν τραβάω και τίποτα. Αυτό είναι το πρόβλημα. Το δικό του όμως ποιο είναι; Γιατί δεν έσκυψε;

Και ποιος είναι ρε διάολε αυτός ο Κυριάκος Σφέτσας; Την επόμενη φορά θα μπω κατευθείαν στο ψητό. Γυναίκα είμαι. Από ευκαιρίες...

Τρίτη 4 Ιουνίου 2019

Σπάσιμο πιάτων όπως παλιά.

Το εξοχικό χτίστηκε κάπου στα μέσα του 2000. Πρέπει να είχαμε κοντά στα 50.000 ευρώ οικογενειακό εισόδημα τότε. Δημόσιοι υπάλληλοι κι οι δυο μας. Εγώ είχα πάρει ένα τεράστιο τζιπ, από αυτά της ασφάλτου. Το έστελνα για πλύσιμο κάθε Παρασκευή. Ερχόταν το παιδί από το πλυντήριο. Ένα μπασμένο που όλο χαμογελούσε. Το έκανε να λάμπει. 10 ευρώ. Το Σάββατο πήγαινα στη λαϊκή με αυτό. Όσο πιο κοντά στους πάγκους. Ποιος θα μου έλεγε γιατί πάρκαρα εκεί; Είχα δυο φίλους δημοτικούς συμβούλους και μερικούς αστυνομικούς που τρώγαμε στις ταβέρνες κάθε εβδομάδα. 80 ευρώ τη φορά. Δεν τους άφηνα ποτέ να πληρώσουν. Έτσι κάνουν οι καλοί φίλοι.

Το εξοχικό είχε ένα μεγάλο μαντρότοιχο. Η γυναίκα ήθελε να είναι χαμηλός, κοντά στο ένα μέτρο. Να μας βλέπουν, να μας ζηλεύουν. Έτσι πήγα και μάζεψα πέτρες από ένα ρημαγμένο σπίτι στην άκρη του χωριού. Κάποια στιγμή ήρθε ένας γέρος και μου είπε ήσυχα ότι ήταν δικό του το σπίτι. Γέλασα. Το μαλλί του ήταν ανακατωμένο και κάπνιζε ένα βρομερό ελληνικό τσιγάρο. Του πέταξα ένα πουράκι εισαγωγής, 3 ευρώ και του είπα να πάει να γαμηθεί. 

Το παιδί ήταν πρώτο στο δημοτικό σχολείο. Είχαμε πάρει μια μικρή άνεργη δασκάλα. Ερχόταν κάθε μέρα 3 ώρες, μαγείρευε και μερικές φορές. 5 ευρώ τη μέρα. Όμως την πλήρωνα για 5 μέρες κι ερχόταν όλη την εβδομάδα. Κάθε Σάββατο έμενε μέχρι τις 2 τα ξημερώματα. Βγαίναμε με τη γυναίκα. Συνήθως στην πόλη. Στα μπουζούκια. 200 ευρώ. Αν πήγαινα με τα παιδιά θα έτρωγα περισσότερα. Μόνο τα λουλούδια να βάλεις. Για κάποιο λόγο τότε σταμάτησαν το σπάσιμο των πιάτων. Οικολογικές κι αριστερές μαλακίες. Εγώ βρήκα ένα κωλόμπαρο έξω από την πόλη που κάθε Πέμπτη άνοιγε για μένα και τους φίλους μου. 300 ευρώ. Μια φορά μας φέρανε και χορεύτριες. Κάτι χοντρές που πίνανε τα ουίσκια με καλαμάκι. 150 ευρώ η καθεμιά τους. Κάναμε το κομμάτι μας. Εγώ, οι αστυνομικοί και οι δημοτικοί σύμβουλοι. Φιλαράκια. Δεν ζήτησαν ποτέ να πληρώσουν. Και να το έλεγαν δεν θα τους άφηνα. Έτσι κάνουν οι καλοί φίλοι. 

Το εξοχικό είχε για φύλακα ένα μεγάλο αρσενικό λαμπραντόρ. Όταν έγινε 3 ετών άρχισε να γαβγίζει συνέχεια από τις ορμές του. Το παιδί έλεγε ότι δεν μπορεί να διαβάσει κι είχε εξετάσεις. Η γυναίκα έλεγε ότι η γειτονιά διαμαρτυρόταν. Στ' αρχίδια μου. Εγώ όταν έλειπα δεν με ενδιέφερε. Το σπίτι είχε καλά αλουμινένια κουφώματα και δυνάμωνα την τηλεόραση. Την άνοιξη όμως που είχαμε ανοιχτές τις πόρτες μου έσπαγε τα νεύρα τα μεσημέρια. Το πήγα στον κτηνίατρο. 10 ευρώ. Μου είπε να το ευνουχίσω. 15 ευρώ με νάρκωση. Αδύνατον του είπα. Πολλά λεφτά. Το άφηνα ελεύθερο να πηδάει τα θηλυκά κάθε Δευτέρα που το χωριό ερήμωνε. Σε 2 χρόνια ο δρόμος είχε γεμίσει αδέσποτα. Βρήκα ένα γύφτο και του έδινα κάτι για κάθε αδέσποτο που μάζευε από το σπίτι μου κοντά και το πήγαινε στα χωράφια. 1 ευρώ. Στο τέλος μου έλεγε ψέματα και ζητούσε συνέχεια λεφτά. Σιγά μην είχε τόσα μπάσταρδα. Όταν έκλεισα το εξοχικό εκείνο το καλοκαίρι να πάω διακοπές με έκλεψαν. 3.000 ευρώ οι ζημιές μόνο. Πήραν την τηλεόραση, τα ρούχα μου και κάτι λεφτά που είχα κρύψει στον καταψύκτη κάτω από τις μπάμιες. Ο γύφτος και τίποτα αλβανοί φίλου του θα ήταν. Το ξέρω εγώ. 

Το εξοχικό είχε γκαράζ για να βάζω το τζιπ. Με ηλεκτρική πόρτα. 9.000 ευρώ. Μετά από 2 χρόνια το φωτοκύτταρο χάλασε και ο μάστορας ήθελε 50 ευρώ για να το φτιάξει. Τζάμπα λεφτά δεν δίνω εγώ. Το έκανα μόνος με κάτι εργαλεία που αγόρασα από το ίντερνετ. 45 ευρώ. Δεν με κοροϊδεύεις εμένα. Μετά από 3 μήνες που ξαναχάλασε άφηνα το τζιπ απέξω. Το έκανα για να βλέπουν ότι έμενα εκεί κιόλας. Να με φοβούνται. Μου το είπαν κι οι φίλοι μου οι αστυνομικοί. Καλύτερα έτσι.

Το παιδί ήταν πρώτο στο γυμνάσιο. Πήρα μια 24άρα καθηγήτρια που μόλις είχε τελειώσει το πανεπιστήμιο. Της έδινα 4 ευρώ να του κάνει τα μαθήματα και να παίρνει και λίγο μάτι. Έφηβος ήταν πια. Αυτή δεν ήθελε να μαγειρεύει. Την έδιωξα τα Χριστούγεννα γιατί ζήτησε και δώρο. Είπα στο γιο μου να βρει γκόμενα που θα ήταν και πιο φθηνή και να στρώσει τον κώλο του να διαβάσει. Να προκόψει στη ζωή του όπως εγώ. Κάθε Σάββατο του έδινα χαρτζιλίκι 30 ευρώ να βγαίνει μπας και βρει καμία. Εκείνες τις διακοπές τις πέρασα με τη γυναίκα και το παιδί στο Μέτσοβο. 350 ευρώ την ημέρα μια μεζονέτα ολόκληρη. Η κόρη της ιδιοκτήτριας έφτιαχνε τα δωμάτια. Έστελνα τη γυναίκα στο σπα στο υπόγειο. 40 ευρώ τα 40 λεπτά. Ο γιος έπαιζε σε κάτι ηλεκτρονικά παιχνίδια στο ισόγειο. 10 ευρώ η ώρα. Η μικρή ερχόταν με κοντή φουστίτσα χειμωνιάτικα. Τα ήθελε. Το πρωί πριν φύγουμε της έδωσα 5 ευρώ για να γδυθεί. Με έβρισε. Πουτανάκι.

Το εξοχικό δεν το έβαλα στην αποχέτευση. Ήθελαν 200 ευρώ από το Δήμο. Να πάνε να γαμηθούν. Έφτιαξα ένα βόθρο που τον σύνδεσα με το γειτονικό πηγάδι. Θέλανε 30 ευρώ για κάθε βυτίο σκατά που θα άδειαζαν. Δεν τον άδειασα ποτέ κι όλοι αναρωτιόντουσαν πως γίνεται αυτό. Τους έλεγα ότι δεν πατάμε καζανάκι στο σπίτι. Με πίστευαν! Η γυναίκα έφυγε από τη δουλειά. Βρήκαν ότι το πτυχίο της ήταν πλαστό. 10.000 ευρώ. Βρήκα έναν δικηγόρο, λαμόγιο. Του είπα πάρε 5.000 ευρώ και κάντο νόμιμο. Τα πήρε. Δεν έκανε τίποτα ο μαλάκας. Είπα στους δυο φίλους δημοτικούς συμβούλους να κοιτάξουν το θέμα. 10.000 ευρώ. Μετά από 6 μήνες ήρθε μήνυση για εξαπάτηση δημοσίου. Δεν θα πάρει ποτέ σύνταξη αυτή η γυναίκα, τέρμα. Στ' αρχίδια μου. Εγώ έχω το μισθό μου και την περιουσία μου και τους φίλους μου να πάμε να τα πιούμε σε καμιά ταβέρνα και κανά σκυλάδικο. Δεν θα τους άφηνα ποτέ να πληρώσουν, ακόμα και τώρα. Έτσι κάνουν οι καλοί φίλοι.

Το εξοχικό έπρεπε να το δηλώσω στην εφορία. Δεν το δήλωσα. Μετά από δέκα χρόνια το βρήκανε. 5.500 ευρώ. Πήγα στην αστυνομία και κατήγγειλα ότι μου έκλεψαν τις πινακίδες από το τζιπ. Συνέχισα να το κινώ κανονικά μόνο από το εξοχικό, γύρω στην πλατεία του χωριού όταν είχε κόσμο και πίσω σπίτι. Αγόρασα ένα μικρό μεταχειρισμένο χιλιάρι για να κάνω τις δουλείες μου παραέξω. 1.500 ευρώ ήθελε ο τύπος που το πουλούσε. Έμαθα ότι είχε κάτι κλήσεις από τους αστυνομικούς φίλους μου. Του είπα ότι θα του δώσω 750 ευρώ και θα σβήσω τις κλήσεις. Του τα έδωσα και μετά από 2 χρόνια του ήρθε από το δημόσιο ότι χρωστάει για παραβάσεις 1.000 ευρώ. Δεν είχα κάνει καν μεταβίβαση. Πήγα και του το έδωσα πίσω. Πήρα και τα λεφτά. Σε μία εβδομάδα το αμάξι τον άφησε από φρένα στη μεγάλη κατηφόρα έξω από το χωριό. Δεν είχα κάνει ποτέ σέρβις. Έτσι κι αλλιώς σαράβαλο ήταν, δεν φτιαχνόταν. Σκοτώθηκε. Πήγα στη χήρα και της είπα ότι δεν μου είχε επιστρέψει ποτέ τα λεφτά. Έκλαιγε συνέχεια. Πήρα με το ζόρι 200 ευρώ. Άναψα ένα κερί πριν φύγω για τον μακαρίτη. 1 ευρώ.

Το παιδί δεν τα πήγαινε καλά στο λύκειο. Η γυναίκα έλεγε ότι πρέπει να κάνει κι άλλα φροντιστήρια. 900 ευρώ το μήνα έδινα και πουθενά δεν πέρασε. Του έφτιαξα μια καφετέρια να έχει να ζει. 50.000 ευρώ. Τα καλύτερα έβαλα μέσα. Δεν του άρεσε όμως γιατί πήγαινα εκεί κάθε βράδυ με μια μεσήλικη ρωσίδα οικιακή βοηθό ενός φίλου μου. 15 ευρώ. Ένα βράδυ τον έβρισα μπροστά σε όλους. Είχα πιει. Έφυγε και δεν τον ξαναείδα. Εγώ πιστεύω ότι θα γυρίσει γιατί δεν έχει λεφτά. Μαλάκας δεν είναι. Ξέρει. Η γυναίκα λέει ότι είμαι σιχαμένος και τα μετράω όλα με χρήματα. Της έδωσα δυο σφαλιάρες και 30 ευρώ να πάει στα μαγαζιά να πάρει ένα νούμερο μεγαλύτερη μπλούζα γιατί πάχυνε. 

Το εξοχικό δεν μπορώ να το πουλήσω γιατί δεν ήταν ποτέ νόμιμο. Θέλουν 35.000 ευρώ για να το βάλω σωστά στο Ε9 μου. Χέστηκα. Ας έρθουν να το πάρουν. Το αμάξι το κατήγγειλε ο αστυνομικός φίλος γιατί χούφτωσα τη ρωσίδα του ένα βράδυ λίγο παραπάνω από ότι έπρεπε. Εγώ πιστεύω ότι με κάρφωσε η σκρόφα γιατί δεν την πλήρωνα τα 15 ευρώ τον τελευταίο μήνα. Το πρόστιμο είναι 5.000 ευρώ. Χέστηκα. Ας έρθουν να το πάρουν. Βγήκα στη σύνταξη πρόωρα. Επικαλέστηκα προβλήματα υγείας. Είμαι υπέρβαρος και έχω και πρόβλημα στηθάγχης. 3.000 ευρώ ο γιατρός για να γράψει τη γνωμάτευση. Έμαθα ότι το παιδί είναι σε ένα ίδρυμα για τρελούς στην πόλη. Έστειλαν και μια επιστολή. Κάτι έλεγε για πατρική φροντίδα και μαλακίες. Λεφτά θα θέλουν. Δεν πάω πουθενά. Η γυναίκα λέει ότι είμαι σιχαμένος και τα μετράω όλα με χρήματα. Της έδωσα μια κλοτσιά και έπεσε κι έσπασε τη λεκάνη της. Της είπα ότι έτσι κι αλλιώς άχρηστη της ήταν εδώ και χρόνια. Κάλεσα το ασθενοφόρο 1 ώρα μετά για τιμωρία. Θα μείνει στο νοσοκομείο κάνα μήνα. Πλημμύρισε σκατά και το πηγάδι. Δεν ξέρω και να μαγειρεύω. Ίσως πάρω ταξί να πάω στο ΙΚΑ να ρωτήσω τι θα γίνει με το γαμημένο εφάπαξ μου. 3 ευρώ. Κανείς δεν μου δίνει δανεικά. Μαλάκες όλοι.

Συμβαίνουν αυτά.

- Κοίτα ρε τι κάνει αυτός! Θα την φάει την μπαταρία τ' αυτοκινήτου ο ηλίθιος!

- Μπαμπά, δεν πρέπει τα φώτα να είναι αναμμένα τέτοια ώρα;

- Τι λες παιδί μου, σκοτείνιασε;

- Είναι αργούτσικα θα έλεγα... Κοίτα το φεγγάρι φαίνεται...

- Βλακείες λες. Αν είσαι προσεκτικός στο δρόμο δεν χρειάζονται αυτά. Μόνο ταλαιπωρούν το αμάξι. Εγώ ξέρω. Τόσα χρόνια οδηγός... Τίποτα δεν μου συνέβη.



Τέλη της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Το νησί των ιθαγενών που εξόκειλε στην άκρη της μεσόγειου, συνεχίζει να πορεύεται μόνο και κακομοίρικο με ταξιδευτές λίγων χιλιομέτρων τους κατοίκους να μιλάνε για τα πάντα, να έχουν άποψη, κλειστά αυτιά και κακάσχημες βαρετές φάτσες.

Μισούνε χωρίς λόγο. Αγαπάνε ανιδιοτελώς. Πληρώνουν με μετρητά ακριβές διακοπές στις καλύτερες παραλίες της Χαλκιδικής και με πλαστικές κάρτες τα μικροποσά του σούπερ μάρκετ. Μεγαλώνουν παιδιά με τη βοήθεια συσκευών. Συζητάνε για την πολιτική του Τσόρτσιλ και κριτικάρουν τα ανατολικά κράτη που έχασαν τον επαναστατικό τους χαρακτήρα. Ψωνίζουν σαπισμένα κουφάρια ζώων που μεγάλωσαν απότομα με ενέσεις. Έχουν μετρητές βημάτων που δένουν πάνω στα κατοικίδιά τους και κάθε βράδυ καταγράφουν τις μετρήσεις. Αναρτούν αποφθέγματα, καλημέρες και βίους αγίων στα κοινωνικά δίκτυά τους και πατούν καρδούλες σε κάθε μικρό-πολιτικό ον που μπορεί να τους φανεί χρήσιμο. Αυτοί οι αναλώσιμοι τενεκέδες, γεμάτοι με άλμη από ροχάλες περαστικών βαρετών πολιτών. Στο πιο ασήμαντο διαπλανητικό κέντρο του γνωστού κόσμου. Εκεί όπου οι τοπικές εφημερίδες είναι πολυσέλιδες κάθε εποχή εκλογών. Σε ένα πλάτωμα μιας χώρας που είναι γεμάτο πλαστικά σκουπίδια, απόψεις, υποψήφιες άνεργες συζύγους που καλλιεργούν τα χρωμοσώματά τους με κρέμες συντηρητικών ουσιών. Με πλήρη απουσία βιβλίων στα σπίτια. Χωρίς προσωπικότητες, μόνο με ανθρώπους που κοιτάνε ανθρώπους, σαν καταδότες. Το μόνο χρώμα που κυριαρχεί είναι από τα αίματα των αδέσποτων στους περιφερειακούς δρόμους. Η μόνη μουσική είναι οι ιαχές κατά τη διάρκεια ποδοσφαιρικών αγώνων. Τα σχολεία είναι προκατασκευασμένα από γνώσεις που δεν έχουν καμιά σημασία το επόμενο δευτερόλεπτο του κουδουνιού. Ένα αιώνιο διάλειμμα με μέσο όρο τα εβδομήντα άχαρα χρόνια.



Το τηλέφωνο χτυπούσε συνεχόμενα. Δεν το πρόλαβαν. Δεν ανησύχησαν που δεν γύρισε σπίτι από τη βόλτα με το ποδήλατο. Αργότερα κάποιος συμπολίτης τους ήρθε από το σπίτι. Δεν του πήρε πολύ να μάθει τα άσχημα νέα. Αυτά που χαίρεσαι γιατί δεν συνέβησαν σε σένα, στην αγαπητή οικογένειά σου, στους ανθρώπους που αγαπάς.

Ήταν σούρουπο στην πόλη. Το παιδί γύρναγε με το ποδήλατο από τον κεντρικό δρόμο. Είχε το μικρό φωτάκι με την κινέζικη εξαντλημένη από πέρυσι μπαταρία ανοιχτό. Φθηνή κατασκευή από κατάστημα παιχνιδιών. Δεν φορούσε κράνος, ο πατέρας του είχε πει ότι αυτά είναι για τους απρόσεχτους ηλίθιους νέους. Η φόρμα του είχε τα διακριτικά που φωσφορίζουν. Αν οι οδηγοί έχουν ανοιχτά φώτα. Οι οδηγοί όμως δεν θέλουν να τρώνε τις μπαταρίες των αμαξιών τους.

Το πτώμα έμεινε το βράδυ στο νεκροτομείο. Ο πατέρας είχε να διαπραγματευτεί τα έξοδα της κηδείας. Οι συγγενείς ξέρανε δικούς τους που θα τα κάνανε όλα στη μισή τιμή. Τζάμπα λεφτά του έλεγαν και κοιτούσαν αν οι επισκέπτες ρίχνανε κέρματα για τα κεριά έξω από την πόρτα του διαμερίσματος. Όλα έγιναν όπως έπρεπε, για τα μάτια του κόσμου. Έκλαψαν, έβρισαν κι απείλησαν για τον ασυνείδητο οδηγό που σκότωσε το παιδί τους. Δώσανε όρκο τιμής για να εκδικηθούν. Προσευχήθηκαν στον Θεό να αναπαύσει την ψυχή του. Έκαναν κι ένα πολύ τίμιο τραπέζι για τον κόσμο μετά. Είχε πιάσει να σκοτεινιάζει. Συμβαίνουν αυτά.

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2018

και μετά από κάθε άσχημο όνειρο
ο πατέρας έχτιζε εκκλησίτσες
στην είσοδο της αυλής στο χωριό

και μετά από κάθε άσχημο όνειρο
ο πατέρας έθαβε έναν άνθρωπο
στο πίσω μέρος του μυαλού
                       της ζωής
                       και του δείπνου