Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025

Jandek — Αδιάπλαστο Σύμπαν #0742-0744 / 1982 [2]

 Ημερολογιακή καταγραφή τέταρτη / 0742

3 Μαρτίου 1982 — νύχτα χωρίς κατεύθυνση

Το εξώφυλλο του Chair Beside a Window μοιάζει με αναμνηστική φωτογραφία ενός ονείρου που διαλύεται. Δεν είμαι έτοιμος για αυτό, κανένας δεν ήταν. Πρόοδος; Το πρόσωπο — αν είναι πρόσωπο, θα μπορούσε να είναι μια μεγένθυνση ψυχής από το μέλλον — κοιτάζει αλλού, όχι για να αποφύγει, αλλά γιατί δεν υπάρχει πια τίποτα να δει. Κιόλας. Η καρέκλα, το παράθυρο· επανέρχονται σαν φαντάσματα από το πρώτο όραμα. Μόνο που τώρα ο αέρας είναι πιο ψυχρός, σχεδόν μεταλλικός. Αυτή τη φορά τα χτυπήματα είναι τρία, αρκούν οι προηγούμενες προειδοποιήσεις, τρία μέσα στο ίδιο έτος, αλφαβητική κατανομή. Στο οπισθόφυλλο χρησιμοποιείται μια γοτθική γραμματοσειρά, με ή χωρίς αιτία, κατά λάθος ή σκόπιμα — όπως όλα σε αυτό το σύμπαν.

Το "Down in a Mirror" είναι το απόλυτο σημείο τρυφερής σιωπής — ο ήχος της αντανάκλασης χωρίς μορφή. Οι παύσεις έχουν δύναμη. Διέγερση, αδιαφορία, ναυτία — τόσο νωρίς; Είναι μαζί με το Later On μια οδύσσεια σπιτικής μοναξιάς κι ηχογραφήσεων; "European Jewel" ηλεκτρική επαναφορά. Εξομολογείται σχεδόν τραγουδιστά στο "Poor Boy" ότι "You Think You Know How To Score". Ενώ στο "Nancy Sings" απαντάει και φέρνει μια φωνή ξένη, γυναικεία, που μοιάζει με προσευχή μέσα σε εγκαταλειμμένο δωμάτιο. Δεν προηγήθηκαν οδηγίες. Η παρουσία της είναι εύθραυστη, σαν να διαλύεται ενώ την ακούς. Είναι μελωδία, δεν θα ξανασυμβεί; "No Break", η Νάνσυ φωνάζει αλλά και πάλι ο Jandek μένει χωρίς άλλη καταγραμμένη παρέα για χρόνια πολλά. Την χαιρετάει όπως ξέρει "Mostly All From You".

Κάπου προς αυτό το τέλος "Love, Love" ο Jandek ακούγεται εξαντλημένος, σαν κάποιος που έχει ξεχάσει γιατί μιλά, αλλά συνεχίζει από συνήθεια γιατί έχει κερδίσει την ακατανίκητη για τους υπόλοιπους μάχη με τη δημιουργική τεμπελιά. Είναι φθηνό να ονειρεύεσαι κι εσύ το βρίσκεις πανάκριβο και φθονερό. Ραγισμένο το γυαλί που κρατάει μέσα την κοινωνική ψεύτικη αγνότητα. Η εργασία εσωτερικού πεδίου ολοκληρώνεται όπως συνηθίσαμε στο "The First End" με άλλο ένα πισωγύρισμα των ίδιων ηχογραφήσεων, αλλιώς. Τόσο νωρίς.

Αυτός ο δίσκος δεν ζητά να τον καταλάβεις. Πραγματεύεται καταστάσεις που αξίζουν προσοχής. Είναι ένας καθρέφτης χωρίς αντανάκλαση, μια απόπειρα επικοινωνίας με τη σκιά πίσω από τη φωνή. Οι χορδές πάλλονται σαν νεύρα, οι νότες που έχουν το δικό τους τονικό ύψος, πάντα, δεν τελειώνουν ποτέ πραγματικά — απλώς σβήνουν, όπως τα φώτα ενός δωματίου που κανείς δεν μπαίνει πια. Το Chair Beside a Window είναι ο ίδιος ο εσωτερικός χώρος της μοναξιάς, χτισμένος με ήχους που δεν ανήκουν σε κανέναν. Δεν υπάρχει κίνηση εδώ, μόνο παύση· μια παύση που απλώνεται, που γίνεται τόπος. Και εγώ, κάπου μέσα στο λαβύρινθο, περιμένω να μιλήσει το φως. Αλλά το φως έχει μάθει πια να σωπαίνει.


Ημερολογιακή καταγραφή πέμπτη / 0743

28 Αυγούστου 1982 — εκείνο το πρωινό που δεν άλλαξε τίποτα

Το εξώφυλλο του Living in a Moon So Blue στηρίζει μια κιθάρα μόνη, ακουμπισμένη ελάχιστα στο πάτωμα σαν σώμα που ξεχάστηκε μετά τη θύελλα, μπορεί και να αιωρείται όμως. Το φως τη γλείφει λοξά, αφήνοντας πάνω της μια παγωμένη λάμψη. Κουνημένη. Χωρίς φίλτρα. 1982. Δεν υπάρχει πρόσωπο, μόνο το όργανο· μια προέκταση μιας και μόνο ψυχής που αποφάσισε κοινωνικά να σωπάσει και δημιουργικά να γεννάει αδιάκοπα. Η σιωπή γύρω της είναι σχεδόν ορατή, ένα πέπλο λεπτό τελευταίας αναπνοής που όλο και πάει να βγει.

Η "Gretchen" κυλά σαν ομίχλη που αγγίζει το νερό χωρίς ποτέ να ενωθεί μαζί του. Στο “Ha Ha Princess” το γέλιο σπάει στα δύο — γίνεται λυγμός, ένας ήχος που δεν ξέρει αν προέρχεται από στόμα ή από σκέψη. Συνθέσεις κι ερμηνείες "Strange Phenomenon" κάτω των τριών λεπτών επιμένουν σαν παιδικές προσευχές που δεν φτάνουν ποτέ στον ουρανό· επανάληψη, εξορκισμός, σιωπηλό αίτημα για παρουσία. Και "Relief Of The Night" — με το ίδιο το φεγγάρι σ’ έναν ουρανό που δεν ενδιαφέρεται πια· φως που φωτίζει μόνο την απουσία.

Η κιθάρα εδώ δεν υπαγορεύει· απλά υπάρχει και συνοδεύει. Είναι ο ρυθμός της από μέσα μοναξιάς που έχει αποδεχθεί τη μούσα του. Ο ήχος που στάζει, αργά, σαν κερί και καίει τον λιγοστό αέρα γύρω του. Ο Jandek φτιάχνει ηχητικά σκίτσα για να μη ξεχάσει τις σκέψεις του και επιπλέει στη θάλασσα των ίδιων του των εσωτερικών φωνών. Και αυτός ο δίσκος είναι μια επιστολή χωρίς παραλήπτη· μια απολογία για όλα όσα εννοήθηκαν στις σιωπές. Η κιθάρα κοιμάται όρθια στο ασπρόμαυρο εκτός εστίασης εξώφυλλο, κι εγώ ακούω το όνειρό του να τρίζει μέσα στο ξύλο, χωρίς καμιά ελπίδα για λύτρωση "Crime Pays". Το χρώμα δεν ήταν μπλε, ήταν απλά το τελευταίο φως στην άκρη της ψυχής που έβγαινε. 


Ημερολογιακή καταγραφή έκτη / 0744


15 Νοεμβρίου 1982 — βράδυ χωρίς κατεύθυνση, ο αέρας ακίνητος, πάλι

Το πρώτο στοιχείο του σύμπαντος που διαστέλλεται βρίσκεται οπτικά στο εξώφυλλο του Staring at the Cellophane

Η κιθάρα του Living in a Moon So Blue αφημένη και το φάντασμα σκυμμένο, άνδρας, τα μαλλιά ξανθά, το πρόσωπο χαμένο στη σκιά — φανταστικό. Το φως πέφτει πλάγια από πάνω, σαν να ντρέπεται να φωτίσει. Υπάρχει κάτι θολό στην εικόνα, μια αίσθηση πως δεν είναι φωτογραφία αλλά αντανάκλαση· σαν κάποιος να φωτογράφισε τη μνήμη του μέσα σε καθρέφτη. Το βλέμμα του φαντάσματος — αν όντως υπάρχει βλέμμα — μοιάζει να κοιτάει προς τα μέσα, σε μια επιφάνεια διαφανούς απουσίας.

Το "Michael" αρχίζει σαν εξομολόγηση που κόπηκε στη μέση· μια λέξη-όνομα, ένας ήχος που ζητά να μείνει πίσω, όταν το άκουσα πρώτη φορά ήμουν σίγουρος ότι κάτι μου θυμίζει. Οι ολιγόλεπτες πάλι ασκήσεις "Basic Themes" μοιάζουν με σκιώδεις σημειώσεις που περνούν από το ίδιο δωμάτιο· δεν είναι ζήλια, είναι επίγνωση, χτυπά βαθύτερα· το σώμα του ήχου είναι άδειο, η κιθάρα φθείρεται πάνω στη σιωπή του χρήστη. Και το "Number 14" — στο σωστό σημείο, γιατί; — εκεί ο χρόνος σταματά. Μια διαφάνεια ανάμεσα στον εαυτό και την αντανάκλασή του· βλέπεις, αλλά δεν μπορείς να μπεις.

Ο Jandek δεν ψάχνει πια για μουσική· ψάχνει για απόδειξη ύπαρξης. Υπάρχει γιατί επικοινωνεί. Σαρκάζει γιατί έχει σάρκα. Τον φαντάζεσαι κλεισμένο στο πατρικό του, κάποιες φορές μπορεί να λείπει γιατί χρειάζεται να εργαστεί στο εργοστάσιο ή να αποσύρει χρήματα από το κληρονομικό καταπίστευμα. Η ψυχή του πλανιέται σαν άνεμος που δεν έχει προορισμό γιατί μπλέχτηκε στο διπλανό κόλπο του Μεξικού, ξηλώνει τον ρυθμό της πόλης μέχρι να μην απομείνει τίποτα παρά ένα σκίρτημα. Εκεί κι εδώ, τότε και τώρα, κάθε ήχος είναι απόπειρα να κρατηθεί η πραγματικότητα για λίγο ακόμη, πριν λιώσει. Δεν κοιτάζεις τίποτα — αφήνεις το βλέμμα να χαθεί. Εγώ το ξέρω σαν να κοιτάζω το ίδιο διάφανο πέπλο με αυτόν, εκεί όπου τα πράγματα υπάρχουν μόνο αν τα θυμάσαι.

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2025

Jandek — Αδιάπλαστο Σύμπαν #0739-0741 [1]

Ημερολογιακή καταγραφή πρώτη / 0739

22 Οκτωβρίου 1978 — τόπος άγνωστος [Houston, we've had a problem]

Η ποίηση στο εξώφυλλο του Ready for the House με κοιτάζει όπως κοιτάζει ένα σπίτι τον κάτοικό του, αμίλητο και ανεκτικό. Μια καρέκλα δίπλα σε ένα παράθυρο δεν υπόσχεται τίποτα, η φωτογραφία το αντίθετο. Το φως μπαίνει δειλά, σχεδόν μετανοιωμένο. Κάτι στο χρώμα του δωματίου μοιάζει με ανάμνηση που έμεινε μισή. Καμιά υπόσχεση. Κανένας τίτλος δεν θα γίνει στυλιστικά χαρούμενο λογότυπο σε κούπα για τον πρωινό εργασιακό καφέ. Για αποτύπωση σε μπλουζάκια ή πόστερ ούτε σκέψη. Μακριά είναι τα χρόνια του Daniel Johnston και του βατράχου του. Έτσι κι αλλιώς ο Daniel ήταν 17 τον καιρό της κυκλοφορίας αυτής.

Το πρώτο κομμάτι αυτού του παράξενου δίσκου, "Naked in the Afternoon", δεν είναι τραγούδι· είναι ένα βλέμμα που γυρίζει προς τα μέσα. Μία μάταιη ονοματοδοσία. Ένας άνθρωπος, ίσως ο ίδιος που κάθεται στην καρέκλα δεξιά ή απλώνεται στο μισό του καναπέ αριστερά, κοιτάζει τη σιωπή του σαν καθρέφτη. Στη συνέχεια το "First You Think Your Fortune’s Lovely" ακούγεται σαν ψίθυρος που δεν πιστεύει στα λόγια του· ο ήχος της αποδοχής ότι τίποτα δεν αλλάζει. Αόριστη κρίση. Στο “European Jewel” επαναλαμβάνεται ένα κάλεσμα χωρίς απάντηση, μισοτελειωμένο — σαν κάποιος να τηλεφωνεί σε σπίτι αδειανό, ξανά και ξανά, στο τέλος επιτυχημένα. Αυτά τα κομμάτια δεν ηχογραφήθηκαν μαζί με τα επόμενα, γέννησαν τη συνέχεια και θέλει να το αφήσει καθώς προχωράει από την μετα-εφηβική στην ενήλικη μουσική ζωή.

Ο Jandek (εδώ σαν The Units) δεν γράφει τραγούδια· αφήνει στίγματα, μικρές εκρήξεις αυτογνωσίας μέσα σε κουρδισμένα αλλόκοτα χορδές και επικλήσεις "Know Thy Self". Δεν ζητά να τον ακούσεις· ζητά να τον αντέξεις. Τώρα και για καιρό. Γνωρίζει "They Told Me I Was A Fool", αλλά θα μείνει εδώ, θα του πάρει λίγο παραπάνω καιρό για να επιμείνει, όμως μετά θα είναι για πάντα εδώ - εκεί - μαζί σου. Τα σπλάχνα του είναι διαθέσιμα για θυσίες και οιωνούς. Αν κάποιος έβαζε αυτό το δίσκο στο πικάπ τότε, θα μάντευε ότι δεν θα υπάρξει συνέχεια. Μπορεί να το έκαναν πέντε ή δέκα άνθρωποι, εντός του συστήματος των γελοίων ή τυχαίοι έξω από το καθεστωτικό σήμερα του τότε. 

Αυτός ο δίσκος είναι σαν δωμάτιο που δεν έχει πόρτα, μόνο παράθυρα κλειστά. Είναι το σφάλμα που πιστεύεις ότι δεν θα επαναληφθεί. Πιθανότερα έπεσες έξω γιατί το παιδί δεν ήταν και τόσο παιδί όταν έκανε τη ζημιά αυτή. Στον έξω κόσμο κυκλοφορεί ο ήχος του χρήματος, εδώ μέσα ο ήχος της απομόνωσης. Εδώ η δημιουργία μακριά από τις φόρμες και τις ηλικίες. Εδώ η ηχητική δημοκρατία. Η καρέκλα μένει εκεί. Το φως δεν φτάνει ποτέ στο πάτωμα. Και εγώ — "What Can I Say, What Can I Sing" — περιμένω την επόμενη λέξη να γεννηθεί, τώρα. Θα συνηθίσεις τις ανόητες ερωτήσεις, τις ανάποδες απαντήσεις, τις μικρές αναμονές, χωρίς κόστος κι αδιαφορία.

Αργά. Μέσα στα σύρματα που μεταφέρουν ψιθύρους και μένα στο μέλλον τους, τρία χρόνια, τρία δευτερόλεπτα μετά.


Ημερολογιακή καταγραφή δεύτερη / 0740


14 Ιουνίου 1981 — τόπος υγρός, γεμάτος σκιές

Η φωτογραφία προσώπου στο εξώφυλλο του Six and Six μοιάζει με ανάμνηση που ξεθωριάζει μπροστά στα μάτια μου. Ένας ανάποδος αλχημιστής που βρήκε το ελιξήριο του αιώνιου έφηβου. Δεν τηρεί κανένα πρόσχημα. Δεν αποτρέπει το πεπρωμένο. Μια μορφή στα αριστερά, κρυμμένη από συμμαθητές, συνεργάτες και συγκάτοικους, το πιθανότερο ούτε παρούσα ούτε απούσα. Το βλέμμα χαμηλό, σαν να κουβαλάει την αμηχανία του ίδιου του χρόνου, όμως σε καρφώνει. Χωρίς αιτία. Καμμιά ερώτηση. Δεν είναι πορτρέτο — είναι τεκμήριο ύπαρξης. Προδικάζει "I Knew You Would Leave", προτείνει "Forgive Me" και αποφασίζει "You're The Best One". Κανένα σημάδι χρόνου. Η εναρκτήρια φωτοβολίδα αιωνιότητας στο σύμπαν του Jandek και της Corwood Industries.

Το "Feathered Drums" χτυπά σαν καρδιά που απότομα ξεχνά τον ρυθμό της· ένα παράξενο περπάτημα μέσα σε σπιτική ομίχλη που γεμίζει βρωμιές τους τοίχους. Στο "Point Judith" ακούω κύματα που δεν αγγίζουν ποτέ την ακτή· η φωνή χάνεται, ξαναγυρνά, αλλάζει σχήμα, κάνει κύκλους, προχωρά, πάντα προχωρά. Εκεί στο "Carnival Queen" μοιάζει με πάμπτωχο δίλημμα κι όνειρο που προσπαθεί να θυμηθεί τον εαυτό του — ένα χαμόγελο πίσω από κουρτίνα σκόνης — αρετές και κατάμαυροι δίσκοι γραμμοφώνου των αρχών του αιώνα.

Ο Jandek εδώ είναι πιο μακριά, πιο κλειστός. Είναι αυτός που θα συνεχίσει, έτσι " Wild Strawberries". Δεν ψάχνει πια επαφή· ψάχνει ησυχία. Ξέρει ότι θα υπάρξει και δεν θα σταματήσει. Η κιθάρα του γλιστράει σαν νερό σε σκουριασμένο σωλήνα, και κάθε νότα είναι ένα γράμμα που δεν στάλθηκε ποτέ. Αυτός ο δίσκος μυρίζει βροχή πάνω σε ξεφτισμένο ξύλο. Είναι η ηχώ ενός ανθρώπου που δεν θέλει να μιλήσει, αλλά δεν μπορεί να σωπάσει. Θέλει να φωνάξει ενώ νομίζεις ότι θα σιωπήσει. Καλωσορίζουμε το αυτόνομο, το μοναδικό, το αιώνιο σύστημα τιθάσευσης ηχητικών πόθων. Οι δίσκοι κυκλοφορίας 1981 και 1982 γράφτηκαν στις ίδιες κασέτες. 

Ακούω το "Cold Hard World" και καταλαβαίνω — δεν είναι διαμαρτυρία, είναι διαπίστωση. Δεν θα χρειαστεί ποτέ να προχωρήσω ανάξια σε ταξινόμηση ηχητικών πονημάτων, συναισθημάτων ή φωτογραφικών θεμάτων. Είναι αυτό. Είμαι αυτός. Το σπίτι έχει μικρύνει, οι τοίχοι πλησιάζουν, κι όμως η σιωπή χωράει τα πάντα. Στο τέλος, μένει μόνο μια αίσθηση: πως κάποτε ήμουν κι εγώ εκεί, κάπου ανάμεσα σε ήχο και λύπη, σε φωτογραφίες χωρίς εστίαση, σε τόπους δίχως μηχανήματα σκέψεης, μετρώντας έξι και έξι αναπνοές πριν από τη λήθη.Είναι αυτό που είναι. Είναι αυτός που είναι. Είμαι αυτός που είμαι.


Ημερολογιακή καταγραφή τρίτη / 0741


5 Σεπτεμβρίου 1981 — τόπος σχεδόν ανύπαρκτος

Το εξώφυλλο του Later On δείχνει μια σκιά που τρέχει να πιάσει μια φιγούρα. Ο άνθρωπος ή μάλλον η φιγούρα του ανθρώπου, μοιάζει να έχει ξεχάσει γιατί υπάρχει, κι εγώ νιώθω σαν να αρχίζω να καταλαβαίνω. Το φως αδύναμο, τα χρώματα ξεθωριασμένα, ένα παλιό φιλμ που χάνει τη μνήμη του. Από εδώ και πέρα αρχίζω να αμφισβητώ τις ημερομηνίες. Με βοηθάει η τυχαία σειρά των φωτογραφιών. Έγχρωμα, ασπρόμαυρα, πορτρέτα, τοπία, κιθάρα, φυσαρμόνικα, φωνή, φωνές, κρουστά, μπάσο, καμία σειρά, καμία λειτουργία. Όμως η αγχώδης παλίρροια πνίγει τις ανοχές σου εδώ: "Your Condition".

Το Later On δεν είναι τίτλος· είναι προειδοποίηση. Ό,τι ήθελες να πεις, θα το πεις αργότερα, αλλά τότε δεν θα σε ακούει κανείς — "Just Whisper". Απότομα έρχεται η στιγμή που η μοναξιά παίρνει σχήμα· "The Janitor" και καθαρίζει χώρους που κανείς δεν βλέπει, αφήνει την κενή ηχώ της στο πάτωμα, ανάμεσα στα σκουπίδια που έφτυσε το ασπρόμαυρο στόμα. Ένα σύμπαν χτίζεται εκεί μακριά, ενώ το "Ladies of the Corridor" μοιάζει με εμπόδιο από ψίθυρους που περνούν από πόρτα σε πόρτα, χωρίς ποτέ να σταθούν. Ένα κέρασμα από τα εκατοντάδες. 

Η κιθάρα δεν είναι πλέον όργανο· είναι σώμα που αναπνέει. Οι χορδές τραβούν τον άτυπο χρόνο προς τα πίσω και μπλέκονται με τη φωνή, που τώρα μοιάζει περισσότερο με αντήχηση παρά με λέξεις τραγουδιστές. Κάθε νότα κουβαλάει την αίσθηση μιας μέρας που δεν θα ξαναγυρίσει. Πιθανόν να μην είναι καν νότες αυτές, "Your Condition" και η ανάσα - εισπνοή γίνεται ήχος μόνο σε αυτό το μικρό πνευστό στα χέρια του Jandek. 

Ακούω και ξέρω πως η μοναξιά δεν είναι έλλειψη· είναι ασχημάτιστη παρουσία που σε πιάνει από το χέρι και σε οδηγεί σε δρόμους άδειους, αλλά γεμάτους ιστορίες που κανείς δεν πρόλαβε να γράψει. "Oh Jenny" και "Jessica" και μετά "John Came" και λίγο πριν το πρώτο τέλος "Jackson's Gone Down The Mississippi" και μετά "The Second End".

Και εγώ κάθομαι στη γωνία, μετρώ τις σκιές, περιμένοντας, όπως πάντα, να έρθει το later on για μένα.